Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν την θεμελιώδη αξία της παρρησίας στο δημόσιο διάλογο


Μπορεί να είναι ισότιμος ο λόγος ενός τυχάρπαστου δημαγωγού με αυτόν ενός επιφανούς και καλλιεργημένου αριστοκράτη, στη δημόσια συζήτηση; Σύμφωνα με τις αρχές της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας, αυτό θα έπρεπε να ισχύει. Κάθε Αθηναίος πολίτης απολάμβανε ίσα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου για κάθε ζήτημα που απασχολούσε την δημόσια συνέλευση. Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν αυτή την ελεύθερη έκφραση της προσωπικής γνώμης με θάρρος και ειλικρίνεια, «παρρησία» (από τη σύνθεση των λέξεων πᾶς και ῥῆσις). Οι θιασώτες της δημοκρατίας ήλπιζαν ότι η συνάθροιση απόψεων από πολλά διαφορετικά άτομα, θα οδηγούσε κάθε φορά στην σωστή απόφαση. Η ιστορία της παρρησίας όμως δείχνει ότι το αρχικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Μετά την ήττα της Αθήνας από την Σπάρτη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.), η αρχή της παρρησίας τέθηκε υπό έντονη αμφισβήτηση. Πολλοί Αθηναίοι χρέωσαν την ήττα στην Εκκλησία του Δήμου που, υπό την καθοδήγηση «φαύλων δημαγωγών», πήρε τις λάθος αποφάσεις. Ο Πλάτων εμφανιζόταν αντίθετος προς την δημοκρατική τάξη της εποχής του, εν μέρει εξαιτίας της «υπερβολικής» ελευθερίας του λόγου, σε αντιδιαστολή με τον Δημοσθένη, ο οποίος θεωρούσε την παρρησία ως ύψιστο χάρισμα.
Παρά τις διαφορετικές τους αντιλήψεις σχετικά με τα προτερήματα της δημοκρατίας, ο Δημοσθένης και ο Πλάτων μοιράζονταν την πεποίθηση ότι δεν αρκεί απλώς να λες οτιδήποτε αλλά αυτό που λες πρέπει να φανερώνει και κάποια προσωπική και διανοητική αυθεντία. Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο μια σειρά από μοναρχικά κράτη αναδύθηκαν στην περιοχή της Μεσογείου, θέτοντας στο περιθώριο τις αρχές της δημοκρατίας και μαζί μ’ αυτές την παρρησία, η οποία μεταλλάχτηκε σε αρετή της ελίτ, και ειδικά των φιλοσόφων, οι οποίοι θεωρητικά κατείχαν και την διανοητική ικανότητα και την προσωπική αυθεντία. Το πεδίο έκφρασης όμως είχε μετατεθεί από τη δημόσια συνέλευση στις προσωπικές σχέσεις και επαφές. Έτσι, η ειλικρίνεια λειτουργούσε πλέον ως μια διαπροσωπική αρετή.
Τόσο οι Επικούρειοι Φιλόσοφοι όσο και ο Πλούταρχος, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, επέμεναν ότι η παρρησία αποτελεί ύψιστο καθήκον μεταξύ φίλων. Δεν όφειλε κανείς μόνο να επικρίνει με θάρρος και ειλικρίνεια τα ηθικά σφάλματα των φίλων του, αλλά να δέχεται και ο ίδιος την ειλικρινή κριτική τους χωρίς θυμό ή εκδικητικότητα. Ο Πλούταρχος όμως ήταν περισσότερο διαλλακτικός. Ενώ οι Επικούρειοι -όπως και οι Κυνικοί αργότερα με ακόμα πιο αδιάλλακτο τρόπο- θεωρούσαν ότι οφείλει κάποιος να αποδέχεται ακόμα και την πιο στυγνή κριτική εάν αυτή έμοιαζε εύλογη, ο Πλούταρχος πίστευε ότι η κριτική θα έπρεπε να γίνεται με διακριτικό τρόπο και στον σωστό χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, οι «παρρησιασταί» (parrhesiastaí) θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι να χάσουν τους φίλους τους...
Στην Ελληνιστική περίοδο, οι Εβραίοι εμπλούτισαν τον ορισμό της παρρησίας με ένα νέο στοιχείο: την εμπιστοσύνη στον Θεό. Ο αληθινός πιστός διέθετε την ικανότητα να δρα με παρρησία ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Αυτή η αντίληψη υιοθετήθηκε ακολούθως από τον Χριστιανισμό με ακραίο υπόδειγμα παρρησίας τους οσιομάρτυρες που δεν δίσταζαν να διακηρύξουν την πίστη τους παρότι γνώριζαν ότι αυτό θα τους κόστιζε την ίδια τους την ζωή. Μια άλλη σημαντική διαφορά με την αντίληψη του όρου στον κλασικό κόσμο (όπου οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα στην παρρησία ή στην ελευθερία του λόγου εν γένει) ήταν ότι τόσο στον Ιουδαϊσμό όσο και στον Χριστιανισμό, επιτρεπόταν και στις γυναίκες να εκφραστούν με παρρησία, διακηρύσσοντας την εμπιστοσύνη τους στον Θεό.
Κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, η παρρησία έγινε προνόμιο και εργαλείο των ασκητών. Οι Χριστιανοί της ύστερης αρχαιότητας θεωρούσαν ότι οι πρεσβευτές του αληθινού λόγου δεν προέρχονταν από τις ανώτερες, καλλιεργημένες τάξεις, αλλά από τα πιο ταπεινά κοινωνικά στρώματα, που συχνά δεν γνώριζαν ούτε καν την γλώσσα της Καινής Διαθήκης, τα ελληνικά... Η ιδέα της ενάρετης ειλικρίνειας υπήρξε τόσο διαδεδομένη στον χριστιανικό κόσμο ώστε η λέξη παρρησία μεταφέρθηκε ως γλωσσικό δάνειο στα Αραμαϊκά (Συριακά), στα Κοπτικά και στα Αραβικά.
Ένας από τους σύγχρονους φιλόσοφους που σαγηνεύτηκε από εκείνη την ιδέα περί αληθούς λόγου και από την απόφαση του «παρρησιαστή» να αγνοεί το προσωπικό συμφέρον και να υπερνικά κάθε φόβο προκειμένου να πει την αλήθεια, ήταν ο Μισέλ Φουκώ. Το 1983 μάλιστα επινόησε τον δικό του όρο γι’ αυτήν την στάση: «véridiction» (η έκφραση της αλήθειας)...
Η ιστορία της παρρησίας, και κατ’ επέκταση της ειλικρίνειας, με την κλασική της έννοια, αποκαλύπτει ένα δίλημμα που έχει να κάνει με τον ρόλο του δημόσιου λόγου. Η ελευθερία του λόγου αποτελεί βασικό πολιτικό δικαίωμα, το οποίο συχνά όμως πέφτει θύμα κακομεταχείρισης. Για να λειτουργήσει το παιχνίδι της παρρησίας απαιτείται γνώση και υπευθυνότητα.

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Στην απλότητα βρίσκεται η ευτυχία

Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος
με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά.
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.

Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε
τα Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.

Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ...
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ...
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.

Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω... μερικές φορές.
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Νίκος Γκάτσος

Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί

Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μέσ’ στο χώμα…

Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…

Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Το μήνυμα του Φάουστ του Γκαίτε



Ο Βόλφγκανγκ Γκαίτε αρχίζει να γράφει τον Φάουστ, ένα έργο 12.111 στίχων, το 1772 και συνεχίζει με διαλείμματα δεκαετιών μέχρι το 1832, χρονιά που πεθαίνει. Είναι ένα έργο ζωής, άκρως απαιτητικό, που ο ποιητής αφιέρωσε όλη του την ώριμη περίοδο. «Εντέλει χρειάστηκε μια πράγματι μεγάλη απόφαση», γράφει ο ίδιος «για να μπορέσω να επεξεργαστώ το έργο στο σύνολό του». Δεν είναι άξιο απορίας, αν σκεφτούμε την πολυφωνία του και το εύρος της έκτασής του.
Ο πραγματικός Φάουστ γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα περί το 1480 στην νότια Γερμανία και πέθανε το 1539 ή το 1540 στο Στάουφεν του Μέλανα δρυμού. Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1587, κυκλοφορεί ανώνυμα ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο που έφερε τον τίτλο Η ιστορία του Δρος Γιόχαν Φάουστ του διαβόητου θαυματοποιού που επιδίδονταν στην μαύρη μαγεία. Ο συγγραφέας της ιστορίας παραμένει ακόμα και σήμερα άγνωστος. Το βιβλίο δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται δεν είναι φανταστικό. Μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί ο μύθος του περιπλανώμενου μάγου. Απόδειξη ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο είναι πως ο Επίσκοπος Γεώργιος Γ΄ κατέβαλε ένα υψηλό ποσό για την σύνταξη του Φάουστ, όπου στα έγγραφα που διασώζονται αναφέρεται ως ωροσκόπος. Λίγα χρόνια αργότερα, το δημοτικό συμβούλιο της Νυρεμβέργης του απαγορεύει την είσοδο στην πόλη.
Το ότι ο συγγραφέας της ιστορίας παρέμεινε άγνωστος φανερώνει πως πενήντα χρόνια αργότερα το όνομα του Φάουστ προκαλούσε ακόμα υποψίες ότι όσο ζούσε εξασκούσε την μαύρη μαγεία και πως είχε συνθηκολογήσει με τον διάβολο, παράπτωμα που εκείνη την εποχή θα μπορούσε να τον κρίνει ένοχο θανάτου.
Ο Φάουστ θα ολοκληρώσει τις θεολογικές του σπουδές, όμως θα εγκαταλείψει γρήγορα την θεολογία. Αρχίζει να μελετά χαλδαϊκά, περσικά, αραβικά και ελληνικά, συμμετέχει σε επικλήσεις πνευμάτων και μαγικές τελετουργίες. Σπουδάζει ιατρική, καταγίνεται με την αστρολογία και τα μαθηματικά.
Ένα βράδυ επικαλείται τον Διάβολο όπου εκείνος εμφανίζεται με το όνομα Μεφιστοφελής όπου συνάπτουν μια συμφωνία όπου θα υπηρετεί πιστά τον Φάουστ έτσι ώστε να κατακτήσει την απόλυτη γνώση, με τίμημα, μετά από 24 χρόνια να του πάρει ο Διάβολος την ψυχή.
Ο Φάουστ με την βοήθεια του Μεφίστο επιδίδεται στην σύνταξη ημερολογίων, προσφέρει τις υπηρεσίες του ως αστρολόγος, προλέγει το μέλλον, ταξιδεύει, γνωρίζοντας τον τότε γνωστό κόσμο, μέχρι που επιστρέφει και εγκαταλείπει με βία τα εγκόσμια. Ένας περιπλανώμενος τυχοδιώκτης ή ένας άνθρωπος που αναζητούσε επίμονα την αλήθεια; Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, όποιος και να ήταν ο ίδιος, ένας καιροσκόπος, ένας τσαρλατάνος ή τελικά ένας μεγάλος μάγος, αυτό που έχει σημασία είναι πως η ιστορία του ενέπνευσε τον Γκαίτε.
Γνωρίζοντας την ιστορία του Φάουστ, μιας και την έχει παρακολουθήσει σ’ ένα από τα περιπλανώμενα θέατρα της εποχής, ο Γκαίτε  αρχίζει να γράφει το πρώτο μέρος του έργου το οποίο δημοσιεύει το 1808. Η αρχή της τραγωδίας λαμβάνει χώρα στον ουρανό, όπου εμφανίζεται ο Κύριος με τις ουράνιες στρατιές καθώς επίσης και ο Διάβολος. Με διάθεση ειρωνείας ο Μεφίστο αμφισβητεί τα έργα του θεού (θυμίζοντας την ιστορία του Ιώβ από την Βίβλο), και προκαλεί τον θεό να τον αφήσει να δοκιμάσει τον Φάουστ όπως και πραγματικά γίνεται. Ο Φάουστ αφήνει τα βιβλία του και με την προτροπή του Μεφίστο αρχίζει να ανακαλύπτει τον κόσμο.
Μπαίνει σε καταγώγια που δε θα έμπαινε ποτέ, συνομιλεί με κακά πνεύματα και παρασύρει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Μαργαρίτα σε έναν έρωτα που θα την οδηγήσει σε τραγικό τέλος. Κατά τη διάρκεια αυτού του τα «ταξιδιού» ο Φάουστ αλλάζει συναισθήματα: απελπισία - έρωτας - μετάνοια. Ωστόσο η συμφωνία είναι κατά πως φαίνεται πράγμα απαράβατο και μη αναστρέψιμο.
Το έργο έχει την κλασική μορφή ποιητικού κειμένου με έντονα αρχαιοελληνικά τραγικά στοιχεία. Υπάρχει η επίκληση στον ποιητή, υπάρχει ο χορός που ενσαρκώνεται στη μορφή και στη φωνή των πνευμάτων, ο πρωταγωνιστής που σφάλλει, ένα πρόσωπο εξαιρετικά τραγικό μέχρι το τέλος.
Φτάνει σε ένα βασίλειο όπου βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Με την βοήθεια πάντα του Μεφίστο ο Φάουστ προτείνει στον βασιλιά να φτιάξει χάρτινο χρήμα για να σωθεί από την κρίση. Όταν ο βασιλιάς υπακούει, η χώρα σώζεται  από την χρεοκοπία, όμως αυξάνεται η φιλαργυρία των πολιτών, όπου όλα πια μετριούνται με την αξία του χρήματος. Η κοινωνία διακατέχεται από την έμμονη σκέψη του κέρδους. Ο Γκαίτε βάζει εσκεμμένα τον ίδιο τον Διάβολο να συνεργήσει ώστε ο Βασιλιάς να ακούσει τα λόγια του Φάουστ και να εκδώσει χάρτινο χρήμα, υπονοώντας την σατανική του προέλευση. Ο ίδιος άλλωστε απεχθανόταν το χάρτινο χρήμα, και δεν το χρησιμοποίησε ποτέ στην ζωή του.
Δεν είναι τυχαίο που σε λίγο δεν θα αργήσει να έρθει στο προσκήνιο ο πόλεμος. Ο Φάουστ  ζητά από τον Μεφίστο εξουσία, δράση. Ο Μεφίστο επηρεάζει κι αυτή την φορά τους ανθρώπους να στραφούν εναντίον του εαυτού τους, έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία ο Φάουστ να εδραιώσει την κυριαρχία του και να γνωρίσει την περιπέτεια της εξουσίας. Ανακηρύσσει τον Φάουστ γενικό διοικητή των βασιλικών στρατευμάτων και με την βοήθεια τριών γιγάντων ρίχνονται στην μάχη ενάντια των επαναστατημένων. Γνωρίζει την βία, τον θάνατο, τον πόνο, την καταστροφή.
Και μετά από όλα αυτά, αηδιασμένος επιστρέφει στην μοναξιά. Κατανοεί πως η ευτυχία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε στην δόξα, ούτε στον πλούτο, ούτε στην εξουσία. Μετά από μια πορεία που ο ίδιος ανακαλύπτει τα ανθρώπινα πάθη στο μεγαλείο τους, αφού έχει γευθεί όσα μπορεί να γευθεί ένας άνθρωπος, αφού έχει διδαχτεί από την εμπειρία, αλλά όντας δυστυχισμένος, διαπιστώνει πως μόνο η αγάπη είναι ο βαθύτερος λόγος που η ψυχή μπορεί να βρει την γαλήνη της.
Κι αυτό πιστεύω είναι το διαχρονικό δίδαγμα του έργου. Πως ότι και να έχουμε καταφέρει σ’ αυτή την ζωή, αν δεν έχουμε αγαπηθεί και αγαπήσει, παραμένουμε τελικά άδειοι, σε μια ζωή κενή, χωρίς νόημα.
Ο Γκαίτε έζησε από κοντά την κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος και την ανάδυση της οικονομίας της αγοράς, που επέβαλε την αναδιοργάνωση ολόκληρου του κόσμου. Έζησε από κοντά την γέννηση του τραπεζικού συστήματος στη Γερμανία. Ο ίδιος γνώρισε τον έρωτα, την δόξα, αλλά και τον πόλεμο, την απώλεια, την καταστροφή. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως ο Γκαίτε ταυτίζεται με την ζωή του Φάουστ, αναζητά στην δραματική του πορεία, μια απάντηση στα ερωτήματα που απασχολούσαν την ζωή του, σε μια εποχή, όπου όλα άλλαζαν δραματικά.
Ο Φάουστ, είναι ένα έργο που απασχολεί τις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες, αλλά και συγχρόνως όλα αυτά που μας απομακρύνουν από την ουσία μας και μας εξανθρωπίζουν. Από την μια ο έρωτας, η αναζήτηση της γνώσης, η περιπλάνηση, κι από την άλλη το πάθος για πλούτη, ηδονές, εξουσία. Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με την πνευματικότητά του και με τα γήινα χαρακτηριστικά  του.
Ο Γκαίτε επιλέγει την ιστορία του Φάουστ καθόλου τυχαία. Γνωρίζει πως μέσα μας παλεύει το κακό με το καλό. Πως πάντα ο άνθρωπος προσπαθούσε, χωρίς αποτέλεσμα να ξεφύγει από ζωώδη του χαρακτηριστικά. Ο Φάουστ είναι ένα αντιφατικό άτομο, που εξαντλείται να βρει την ευτυχία, ξεχνώντας πως μόνο με την αγάπη μπορεί να πορευτεί ο άνθρωπος προς την γαλήνη.
Άνθρωπε, προτρέπει ο Γκαίτε, μην γίνεσαι καταναλωτικό θεριό, μην μένεις με ανοιχτό το στόμα μπροστά σε εικονικές οθόνες, κοίτα καλύτερα τον αστερωμένο ουρανό, μην παραδίνεσαι αμαχητί στα χαμηλά ένστικτα.
Ο Φάουστ είναι ένας τραγικός ήρωας. Πούλησε την ψυχή του στον διάβολο για να φτάσει στην απόλυτη εμπειρία και γνώση, αλλά στο τέλος, διαπιστώνει πως όλο αυτό το ταξίδι δεν έχει νόημα, αν δεν ανθίζει η αγάπη για τον άνθρωπο.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Οδυσσέας Ελύτης

                          Ο Αγαμέμνων

Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε
δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ

Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
προδομένος απομένει — ποιός; Ο φίλος σου

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου ’μελλε να τό ’βρεις απ’ τη γυναίκα σου

Άσ’ τον άνεμο να λέει άσ’ τον να λυσσά
κάποιος θα ’ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα

Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις — ποιός; ο νικητής
αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης

Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλά της η γυναίκα σου.

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Ο φονιάς της Μπουμπουλίνας και οι βεντέτες στις Σπέτσες



Για τον θάνατο της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας έχουν γραφτεί πολλά. Η μεγάλη καπετάνισσα που πρόσφερε όλη την τεράστια περιουσία της στον αγώνα του ’21, πέθανε αδίκως σε μια γελοία συμπλοκή με αφορμή μια ερωτοδουλειά του γιου της Γιώργου Γιάννουζα. Ο νεαρός έκλεψε μια κοπέλα από την οικογένεια των Κουτσαίων, οι οποίοι ήταν πάμπλουτοι πλοιοκτήτες και καπετάνιοι, αλλά δεν ήθελαν να γίνει αυτός ο γάμος διότι η Μπουμπουλίνα είχε χάσει πια την περιουσία της. Στην αυλή του σπιτιού που είχαν καταφύγει οι δυο ερωτευμένοι νέοι, η Λασκαρίνα λογομάχησε με τον Γιάννη Κούτση, αυτός τράβηξε μια πιστόλα και την πυροβόλησε στο μέτωπο. Οι νεοέλληνες ξέρουν τον θάνατο της Μπουμπουλίνας από την αντίστοιχη κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνίστρια της Ειρήνη Παπά.
Η ελληνική ιστορία καταδίκασε τον Γιάννη Κούτση θεωρώντας τον έναν αδίστακτο παραδόπιστο, που δολοφόνησε για ψύλλου πήδημα μια ηρωίδα. Αυτές είναι εκ των υστέρων αναγνώσεις της ιστορίας μας με τα σημερινά μας μάτια και όχι με τις συνθήκες εκείνης της εποχής. Οι Σπετσιώτες, αρβανίτες στην καταγωγή, ζούσαν μέσα σε μια εξαιρετικά σκληρή κοινωνία, όπου η τιμή λογιζόταν πάνω απ’ όλα και όπου οι άνθρωποι με την παραμικρή -κατά τη γνώμη τους- προσβολή, άρπαζαν τα όπλα. Εξάλλου, ο Γιάννης Κούτσης ήταν κι αυτός καπετάνιος της επανάστασης. Το 1822, στη ναυμαχία των Σπετσών, ο Κούτσης μαζί με τον Κριεζώτη, τον Τσούρπα και τον Λάμπρου, αγνόησαν τις διαταγές του αρχιναύαρχου Ανδρέα Μιαούλη και όρμησαν μόνοι τους εναντίον του Τουρκικού στόλου που αποτελούνταν από 94 καράβια. Η εξέλιξη της ναυμαχίας, έστειλε τον Τουρκικό στόλο πίσω στην Κωνσταντινούπολη.
Οι Κούτσηδες βέβαια, δημιούργησαν και άλλες φασαρίες τα επόμενα χρόνια. Προφανώς, η μεγάλη τους περιουσία και η συμμετοχή τους στην αριστοκρατία του πλούσιου νησιού, τους έκαναν πιο περήφανους και αψίκορους από τους υπόλοιπους. Το 1842, έγινε ένα άλλο φοβερό φονικό στις Σπέτσες. Θύμα ήταν ο ήρωας καπετάνιος του αγώνα Ανάργυρος Λεμπέσης, που είχε ναυμαχήσει κι αυτός με τους Τούρκους ουκ ολίγες φορές. Εκείνο το πρωί ο Λεμπέσης συναντήθηκε στο σοκάκι με τον Γιάννη Κούτση και λογομάχησαν για μια ακόμα πιο γελοία αφορμή απ’ αυτήν που σκότωσε τη Μπουμπουλίνα.
Αφορμή ήταν η παραγγελιά ενός λοξού καταρτιού που έμπαινε στην πλώρη των καραβιών. Ο Λεμπέσης είχε παραγγείλει ένα τέτοιο στον γυναικαδερφό του Κούτση Νικόλαο Μέξη, αυτός του το ’φερε, δεν άρεσε στον Λεμπέση και μπροστά σε κόσμο είπε τη βαριά κουβέντα «να το πάρει ο Μέξης να το βάλει κέρατο». Ο Κούτσης ζήτησε τον λόγο από τον Λεμπέση για την προσβολή προς τον κουνιάδο του, τσακώθηκαν, τράβηξαν τα μαχαίρια κι άρχισαν να μαχαιρώνονται στο σοκάκι. Έτσι ήταν τα ήθη της εποχής. Δυο εξηντάρηδες καπετάνιοι, συμπολεμιστές και ήρωες στον ίδιο αγώνα εναντίον του κοινού εχθρού, να σφάζονται για ένα κομμάτι ξύλο και μια άστοχη κουβέντα.
Τότε τους χώρισαν οι γείτονες, ειδικά μια γυναικούλα που τους φώναξε «σεις νοικοκυραίοι και αφέντες μας να σκοτωνόσαστε;» Σταμάτησαν μεν την μονομαχία, αλλά την επομένη μέρα οι δυο οικογένειες αρπάχτηκαν ξανά στο καφενείο του Γκάτσου στην Τάπια. Αυτή τη φορά ήταν ο αδερφός του Κούτση Νίκος και ο αδερφός του Λεμπέση Γιώργος. Τράβηξαν πάλι τα μαχαίρια, κατέφθασαν και οι δυο αδερφοί που είχαν μονομαχήσει την προηγουμένη, έγιναν μαλλιά κουβάρια και τελικά ο Ανάργυρος Λεμπέσης έπεσε νεκρός από το μαχαίρι του Νίκου Κούτση. Συνελήφθησαν, απειλήθηκε βεντέτα απ’ τους Λεμπέσηδες που είχαν συγγενέψει με τους Σαχτούρηδες, ήρωες κι αυτοί αλλά και πανίσχυροι Υδραίοι.
Το κράτος έστειλε αποσπάσματα στο νησί μέχρι ν’ αποκατασταθεί η τάξη, οι Κούτσηδες φυλακίστηκαν, ο φονιάς της Μπουμπουλίνας Γιάννης αθωώθηκε αλλά ο αδερφός του Νίκος καταδικάστηκε 15 χρόνια φυλακή. Ο Λεμπέσης άφησε πίσω του έναν γιο και πέντε κορίτσια ορφανά, ενώ για μια δεκαετία συγκρούονταν στα δικαστήρια για τις αποζημιώσεις που αξίωνε η χήρα.

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Κική Δημουλά

                                  Σας άφησα μήνυμα 

Εμπρός εμπρός με ακούτε; Εμπρός
από μακριά τηλεφωνώ. Δεν ακούγομαι 

τι, ξεφορτίστηκε η απόσταση;
Από κινητό διάστημα μιλάτε;
Να ξαναπατήσω το μηδέν; Κι άλλο;
Με ακούτε τώρα;
Ναι μου δίνετε σας παρακαλώ τη μαμά μου;
Τι αριθμό πήρα; Τον ουρανό 

αυτόν μου έχουν δώσει. Δεν είναι κει;
Μπορώ να της ουρλιάξω ένα μήνυμα;
Είναι μεγάλη ανάγκη πείτε της
είδα στον ύπνο μου ότι πέθανε κι εγώ 

μικρό παιδί κατουρημένο γοερά,
μούσκεμα ο φόβος ως απάνω
κι ακόμα να στεγνώσει.
Να ’ρθει να τον αλλάξει.
Αν δεν μπορέσει, της λέτε ακόμα ότι

ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της,
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω 

το φαγητό μου.
Ωρίμασε έγινα γεύμα γήρατος.
Όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο που άνοιξε
ο καθρέφτης.

                          (Από τη συλλογή Ήχος απομακρύνσεων, 2001)