Κάηκε «ολοσχερώς» το εγώ
… Κι αντί για την απόγνωση
μπρος στο τσακισμένο δέρμα
σου
τον πνιγμό μες στον
κατακλυσμό της ανάμνησης «εκείνου»
την απελπισία σαν αντικρίζεις
την κατάξερη πεδιάδα του
μέλλοντός σου
-ενώ από συνήθεια προφέρεις
πάντα τη λέξη «αύριο»-
αντί για την εσωτερική
συντέλεια του κόσμου
την εγωκεντρική ελπίδα
πως κάποιο νόημα ίσως έχει η
ζωή σου
απρόσμενο αισθάνεσαι πόνο
βαθύ
κοιτώντας εικόνες καταστροφής
της φύσης
αυτής που στο βάθος της
σκέψης σου
ήταν η μόνη σου παρηγοριά
πως θα ζήσεις για πάντα κάτω
απ’ τις ρίζες των παιδιών της
κάτω απ’ το χώμα πως θα
νιώθεις τα φύλλα να κυλιούνται
τα πουλιά για ένα λεπτό να
ξεκουράζονται.
Όμως ο τρόμος μπρος στην
ολόμαυρη καταστροφή
που τυλίγει τα δάση
η φρίκη σαν ακούς τα
προγνωστικά
των άχρηστων σοφών
πως ίσως ποτέ στην πλαγιά
αυτή
οι κορφές των δέντρων
δε θα ξαναγαργαλήσουν τους
ουρανούς
μπερδεύεται παράξενα στη ρίζα
της καρδιάς σου
με μιαν αγαλλίαση
γιατί επιτέλους ξέφυγες απ’
τη φυλακή τού «εγώ»
αυτού που με ανούσιες συχνά
λεπτομέρειες
καταργεί ό,τι ποσοστό
συμπόνιας σού έχει δοθεί.
Για μια στιγμή δε γαντζώνεσαι
πια
στα κάγκελα της ασημαντότητάς
σου
τη συγκρίνεις με την αιώνια
σημασία
της βλάστησης
και σ’ αυτή παραδίνεσαι μ’ όλο σου το κορμί.
Ποίηση 1963-2011, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2014,
σ. 486-487
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου