Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Από τον Όμηρο και τη θεωρία των Ιδεών στην απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών: Οδεύοντας ξανά πίσω στο Σπήλαιο

Υπάρχουν ειδήσεις που δεν τις διαβάζεις με τα μάτια. Τις διαβάζεις με την ψυχή και με τη μνήμη. Μελετώντας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις βάσεις του 2026, όχι απλά από επαγγελματική «διαστροφή», αλλά ως ένας άνθρωπος του χώρου που βιώνω την αγωνία των παιδιών κάθε χρόνο και παρακολουθώ τα όσα συμβαίνουν στο χώρο της παιδείας με αδηφάγο ενδιαφέρον και πάθος, ασυναίσθητα βρέθηκα πάλι πίσω στο καλοκαίρι του 1989.

Ήμουν δεκαοκτώ χρονών. Παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα τα αποτελέσματα των βάσεων στην τηλεόραση, -αυτή ήταν για εμάς τότε ο πρώτος κρουνός ενημέρωσης, κι ενώ είχα συγκεντρώσει βαθμολογία που, αν μεταφερόταν στα σημερινά δεδομένα, αντιστοιχεί περίπου σε 19.210 μόρια, αγωνιούσα για το τελικό αποτέλεσμα.

Ρίγος και συγκίνηση στη συνειδητοποίηση ότι είμαι πλέον πρωτοετής της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν ένιωσα ότι κέρδισα μια θέση. Ένιωσα ότι μου εμπιστεύονταν μια παράδοση. Ένιωσα ότι καλούμουν να υπηρετήσω τον ελληνικό πολιτισμό με χρέος και ευθύνη. Εκείνα τα χρόνια η Φιλολογία Αθηνών ήταν η κορυφαία επιλογή της Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Οι Νομικές ακολουθούσαν. Η Ψυχολογία ως αυτόνομη πανεπιστημιακή σχολή δεν υπήρχε ακόμη.

Οι άριστοι μαθητές κατευθύνονταν προς τη Φιλολογία, γιατί εκεί οδηγούσε, σχεδόν αυτονόητα, η αγάπη για τη γνώση, για τη γλώσσα, για τον άνθρωπο. Επαγγελματική ανασφάλεια στο χώρο υπήρχε και τότε. Ίσως και περισσότερη από ό,τι σήμερα. Η εγγραφή στην επετηρίδα των Φιλολόγων το 1993, το έτος αποφοίτησης μου, μου έδινε δυνατότητα για διορισμό 60 χρόνια μετά. Στην ουσία ισοδυναμούσε με το ποτέ, αλλά αυτό δεν μείωνε ούτε τη δική μου περηφάνια ούτε την αδιαμφισβήτητη αξία της σχολής.

Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν σχεδόν αδιανόητα. Δεν με θλίβει το ότι αλλάζουν οι εποχές. Οι εποχές πάντοτε αλλάζουν. Με θλίβει γιατί κάθε κοινωνία αποκαλύπτει τι πραγματικά πιστεύει όχι από αυτά που διακηρύσσει, αλλά από αυτά που επιλέγει να επιβραβεύει. Και η δική μας κοινωνία μοιάζει να έχει πάψει να επιβραβεύει την καλλιέργεια, την παιδεία, το στοχασμό, την ιστορική μνήμη, την ευαισθησία, το συναίσθημα, τις υψηλές αξίες.

Δεν είναι μόνο οι βάσεις που κατρακυλούν. Είναι η θέση που κατέχει ο λόγος μέσα στη ζωή μας. Ζούμε σε μια εποχή που παράγει αδιάκοπα πληροφορία, αλλά ολοένα λιγότερη σοφία. Που εκπαιδεύει ανθρώπους να χρησιμοποιούν εργαλεία, αλλά δυσκολεύεται να τους διδάξει γιατί αξίζει να είναι άνθρωποι. Που μιλά ασταμάτητα για δεξιότητες και σχεδόν ποτέ για παιδεία.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη της Πολιτείας. Υποβάθμισε σταδιακά τη λογοτεχνία, αποδυνάμωσε τη θέση των κλασικών γραμμάτων, απαξίωσε το μάθημα της ιστορίας με συνεχείς αποσπασματικές αλλαγές και άφησε τους εκπαιδευτικούς να λειτουργούν χωρίς ένα σταθερό εκπαιδευτικό όραμα, ανερμάτιστους και επικίνδυνους για το ίδιο το αντικείμενο πολλές φορές, αφού δεν έμαθαν να το αγαπούν, αλλά μόνο να το επιβάλλουν στους μεταβαλλόμενους νέους μας.

Για δεκαετίες η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως διοικητικό πρόβλημα. Ως ζήτημα ωρολογίων προγραμμάτων, εξετάσεων, διορισμών και μεταρρυθμίσεων που αλλάζουν πριν προλάβουν να ριζώσουν.

Σπάνια η Πολιτεία μίλησε για τον σκοπό του σχολείου. Κι όμως, κάθε εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει πρώτα να απαντήσει σε μία μόνο ερώτηση: Τι άνθρωπο θέλει να διαμορφώσει; Αν η απάντηση είναι έναν άνθρωπο που θα μπορεί μόνο να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς, τότε ίσως πράγματι ο φιλόλογος να περισσεύει. Η δεύτερη ευθύνη ανήκει σε όλους μας.

Ζούμε σε μια ολοένα πιο χρησιμοθηρική κοινωνία. Αξιολογούμε κάθε επιστήμη με μία μόνο ερώτηση: «Τι δουλειά θα βρεις;». Αν μια σχολή δεν υπόσχεται γρήγορη οικονομική απόδοση, θεωρείται σχεδόν αποτυχημένη.

Μόνο που η Παιδεία δεν μπορεί να λειτουργήσει με τους κανόνες του χρηματιστηρίου. Ο φιλόλογος δεν είναι απλώς ο καθηγητής που θα διδάξει γραμματική ή Αρχαία Ελληνικά. Είναι εκείνος που θα μάθει σε ένα παιδί να σκέφτεται με ακρίβεια, να γράφει με σαφήνεια, να διαβάζει κριτικά, να αναγνωρίζει την προπαγάνδα, να σέβεται τον δημόσιο διάλογο, να κατανοεί την ιστορία του και να εκφράζεται με επιχειρήματα αντί με συνθήματα.

Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να ακούει, να σκέφτεται, να αμφιβάλλει, να επιχειρηματολογεί, να κατανοεί τον άλλον και να υπερασπίζεται τη δημοκρατία, να δημιουργεί γέφυρες, να καλλιεργεί αξίες, να αγγίζει ευαίσθητες χορδές, να παντρεύει το χθες με το σήμερα και το αύριο. Αν όλα αυτά ισχύουν, τότε ο φιλόλογος πρέπει να εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυρήνα του σχολείου.

Γιατί ο φιλόλογος δεν διδάσκει μόνο κείμενα. Διδάσκει επιβίωση και ανθεκτικότητα στο χρόνο. Διδάσκει συνέχεια. Διδάσκει πολιτισμό. Μαθαίνει στο παιδί ότι πριν από εμάς έζησαν άλλοι άνθρωποι που αγωνίστηκαν με τα ίδια ερωτήματα. Ίσως δεν πήραν κι αυτοί απαντήσεις. Όμως δεν έπαψαν να αγωνίζονται. Όχι μόνο με τα όπλα, αλλά με την πένα και το συναίσθημα. Κι ο λόγος τους αποκτούσε δύναμη κι άνοιγε δρόμους για τους επόμενους που έρχονταν να διεκδικήσουν ακόμα περισσότερα και να θέσουν νέες βάσεις πάνω στις ήδη κεκτημένες.

Μαθαίνει στα παιδιά ότι ο Θουκυδίδης δεν είναι μια σελίδα εξετάσεων, αλλά ένας τρόπος να καταλάβεις πώς λειτουργεί η εξουσία. Ότι ο Σοφοκλής μιλά ακόμη για τα όρια του ανθρώπου και το σεβασμό των ηθικών αξιών. Ότι ο Παπαδιαμάντης σε μαθαίνει να κοιτάζεις τον αδύναμο με έλεος. Ότι ο Σεφέρης σου υπενθυμίζει πως υπάρχουν πληγές που ταξιδεύουν μέσα στην ιστορία. Αυτός είναι ο λόγος που στις μεγάλες εκπαιδευτικές παραδόσεις της Ευρώπης οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως διακοσμητικό στοιχείο του σχολείου. Διότι γνώριζαν πως η δημοκρατία δεν επιβιώνει μόνο χάρη στους νόμους της. Επιβιώνει χάρη στη γλώσσα και τα υψηλά ιδανικά των πολιτών της.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ελληνική ειρωνεία. Η χώρα που χάρισε στην ανθρωπότητα τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την τραγωδία και τον διάλογο αντιμετωπίζει σήμερα σχεδόν με αδιαφορία εκείνους που καλούνται να τα διδάξουν.

Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις επειδή κάποτε ήμουν από τους πρώτους της Φιλολογίας. Γράφω γιατί θυμάμαι ακόμη τη λάμψη στα μάτια των συμφοιτητών μου. Θυμάμαι αμφιθέατρα γεμάτα παιδιά που πίστευαν ότι η επιστήμη αυτή μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο. Ότι ένα ποίημα, ένα αρχαίο κείμενο, μια ιστορική πηγή δεν ήταν απλώς ύλη εξετάσεων, αλλά τρόπος ζωής. Φοβάμαι πως σήμερα αυτή η λάμψη σβήνει. Και αυτό είναι που με πονά. Όχι επειδή έπεσαν οι βάσεις. Αλλά επειδή πέφτει η αξία που αποδίδουμε στην Παιδεία. Γιατί, τελικά, οι βάσεις δεν μετρούν μόνο τις επιδόσεις των υποψηφίων. Μετρούν και τις φιλοδοξίες ενός λαού. Και ένας λαός που παύει να επενδύει στους ανθρώπους που θα διδάξουν τη γλώσσα του, την ιστορία του και τον πολιτισμό του, κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ περισσότερο από μία πανεπιστημιακή σχολή. Κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη του. Και ένας λαός χωρίς μνήμη δύσκολα μπορεί να έχει μέλλον.

Οδεύουμε άραγε χωρίς επιστροφή στο Σπήλαιο της αμάθειας, εκούσιοι δεσμώτες και θιασώτες των αλγορίθμων; Καμία κοινωνία δεν παρακμάζει, επειδή λείπουν οι τεχνοκράτες. Παρακμάζει όταν αρχίζει να θεωρεί περιττούς εκείνους που της θυμίζουν ποια είναι. Γιατί οι φιλόλογοι δεν φυλάσσουν μόνο τα βιβλία. Είναι οι θεματοφύλακες της μνήμης και του πολιτισμού μας.

Μην αναρωτηθείτε αύριο γιατί δεν υπάρχει Παιδεία, γιατί υποχωρεί ο ελληνικός πολιτισμός, γιατί αυξάνει η κοινωνική παθογένεια. Το έχουμε χτίσει πετραδάκι-πετραδάκι όλοι μαζί αυτό το κάστρο της Λήθης. Και ο δρόμος της επιστροφής δε θα είναι καθόλου εύκολος.

Μαρία Παπαπαναγιώτου, Φιλόλογος

Για 1.000 χρόνια λάτρευαν τον Οδυσσέα ως θεό: Τι αποκάλυψαν οι ανασκαφές στην Ιθάκη

Νέες αρχαιολογικές ανακαλύψεις ενισχύουν την άποψη ότι ο μυθικός βασιλιάς της Ιθάκης δεν έμεινε μόνο στις σελίδες της Οδύσσειας, αλλά αποτέλεσε αντικείμενο λατρείας επί αιώνες, με δικό του ιερό και γιορτές προς τιμήν του

Η Οδύσσεια δεν αποτελούσε απλώς ένα από τα σημαντικότερα έπη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Οδυσσέας φαίνεται πως δεν ήταν μόνο ένας μυθικός ήρωας, αλλά ένα πρόσωπο που λατρευόταν σχεδόν ως ημίθεος.

Σύμφωνα με το BBC, νέα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ιθάκη ενισχύουν την εικόνα αυτή, αποκαλύπτοντας στοιχεία που δείχνουν ότι υπήρχε οργανωμένη λατρεία του μυθικού βασιλιά του νησιού για περίπου 1.000 χρόνια.

Οι ανακαλύψεις περιλαμβάνουν ιερό αφιερωμένο στον Οδυσσέα, νομίσματα με τη μορφή του και κεραμίδια που φέρουν το όνομά του, φωτίζοντας τη σχέση ανάμεσα στον μύθο, τη θρησκεία και την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Στην αρχή της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας βρίσκεται εγκλωβισμένος στο νησί της Καλυψώς, η οποία του προσφέρει αθανασία και αιώνια νεότητα εάν επιλέξει να μείνει μαζί της. Εκείνος, όμως, επιθυμεί μόνο να επιστρέψει στην οικογένειά του και στην πατρίδα του, την Ιθάκη, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αντικρίσει απλώς «τον καπνό που ανεβαίνει από τη γη του», όπως αποδίδεται στο έργο.

Η επιστροφή του αποδεικνύεται ένα ταξίδι γεμάτο κινδύνους. Αντιμετωπίζει τον Κύκλωπα Πολύφημο, ξεγελά την Κίρκη και επιβιώνει από αλλεπάλληλες δοκιμασίες μέχρι να φτάσει ξανά στο βασίλειό του. Η επιρροή του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στον κόσμο της μυθολογίας.

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά στοιχεία, η λατρεία του Οδυσσέα φαίνεται πως άρχισε ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ., όταν οι ιστορίες του μεταδίδονταν ακόμη προφορικά, και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την καταγραφή της Οδύσσειας στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.

Το ιερό του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Η Ιθάκη, το ορεινό νησί δυτικά της ηπειρωτικής Ελλάδας που συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με τον ομηρικό ήρωα, έχει απασχολήσει τους αρχαιολόγους ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν σειρά αντικειμένων που σχετίζονται με τον Οδυσσέα, μεταξύ των οποίων και μία μικρή χάλκινη προτομή του.

Παράλληλα, διάταγμα που είχε βρεθεί στα τέλη του 19ου αιώνα στα ερείπια αρχαίας ελληνικής πόλης στη σημερινή Τουρκία αναφερόταν σε ένα ιερό αφιερωμένο στον Οδυσσέα, το λεγόμενο Οδυσσείον, στην Ιθάκη.

Το ίδιο διάταγμα, που χρονολογείται στο 207 π.Χ. και εκδόθηκε από την πόλη-κράτος της Ιθάκης, κάνει επίσης λόγο για τα Οδύσσεια, μια γιορτή προς τιμήν του μυθικού βασιλιά.

Το 2025, αρχαιολόγοι του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν νέα στοιχεία που ενισχύουν τις παλαιότερες ανακαλύψεις.

Κατά τις ανασκαφές στο μνημειακό συγκρότημα που είναι γνωστό ως Σχολή του Ομήρου, βρέθηκαν σημαντικά ευρήματα που χρονολογούνται στην ελληνιστική περίοδο, από τον 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ.

Ανάμεσά τους υπήρχαν χάλκινα νομίσματα που απεικονίζουν τον γενειοφόρο Οδυσσέα, μορφή γνωστή από πλήθος έργων της ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης.

Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν επίσης τμήματα από τρία κεραμίδια στέγης που έφεραν επιγραφές με το όνομα του ήρωα.

Η αρχαιολόγος Χριστίνα Μαραμπέα, που συμμετείχε στις ανασκαφές μαζί με τον ομότιμο καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γιάννο Λώλο, εξηγεί ότι δύο από τα θραύσματα φέρουν την επιγραφή «ΟΔΥCCΕΟC» («του Οδυσσέα»), γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη ύπαρξης ιερού αφιερωμένου στον ήρωα.

Όπως επισημαίνει, η συγκεκριμένη διατύπωση χρησιμοποιούνταν και σε άλλα ιερά της αρχαιότητας. Αντίστοιχα κεραμίδια έχουν βρεθεί με επιγραφές όπως «του Ποσειδώνα» ή «του Απόλλωνα», υποδηλώνοντας ότι τα κτίρια ήταν αφιερωμένα στις συγκεκριμένες θεότητες.

Το τρίτο κεραμίδι φέρει την επιγραφή «προς τον Οδυσσέα», κάτι που, σύμφωνα με τη Μαραμπέα, πιθανότατα αποτελεί αφιέρωση κάποιου προσκυνητή, καθώς τέτοιου είδους αναθήματα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στα αρχαία ιερά.

Λατρεία που κράτησε περίπου μία χιλιετία

Οι νέες ανακαλύψεις οδηγούν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η Σχολή του Ομήρου λειτουργούσε ως δημόσιο ιερό αλλά και χώρος συγκέντρωσης των κατοίκων της Ιθάκης κατά την ελληνιστική και την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο.

Σύμφωνα με τον Γιάννο Λώλο, τα ευρήματα αποτελούν νέα και καθοριστικά στοιχεία ότι ο χώρος χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη λατρεία του ήρωα του Τρωικού Πολέμου.

Η Χριστίνα Μαραμπέα εκτιμά ότι στο Οδυσσείον πραγματοποιούνταν τόσο οι συνελεύσεις των πολιτών όσο και οι λατρευτικές τελετές, στις οποίες συμμετείχαν όχι μόνο οι κάτοικοι της Ιθάκης αλλά και προσκυνητές από άλλες περιοχές.

Τα νέα στοιχεία έρχονται να προστεθούν σε ακόμη παλαιότερες ανακαλύψεις.

Τη δεκαετία του 1930, είχαν βρεθεί δώδεκα χάλκινοι τρίποδες λέβητες του 9ου και 8ου αιώνα π.Χ. μέσα σε παράκτιο λατρευτικό σπήλαιο στη βορειοδυτική Ιθάκη, οι οποίοι θεωρείται ότι αποτελούσαν αφιερώματα προς τιμήν του Οδυσσέα.

Το διάταγμα του 207 π.Χ. αποκαλύπτει επίσης περισσότερες πληροφορίες για τη λατρεία του ήρωα.

Σε αυτό περιλαμβάνεται πρόσκληση προς τον δήμο της Μαγνησίας να συμμετάσχει στα Οδύσσεια, τη γιορτή που διοργανωνόταν προς τιμήν του.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα το πλήρες περιεχόμενο των εορτασμών, εκτιμούν όμως ότι πιθανότατα περιλάμβαναν αθλητικούς αγώνες, θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες επικών ποιημάτων.

Ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών Τζόελ Κρίστενσεν εκτιμά ότι στα Οδύσσεια ενδέχεται να διοργανώνονταν αγωνίσματα εμπνευσμένα από τα κατορθώματα του Οδυσσέα, όπως η δισκοβολία και η τοξοβολία.

Πιθανότατα πραγματοποιούνταν επίσης θυσίες ζώων προς τιμήν του ίδιου του Οδυσσέα αλλά και της θεάς Αθηνάς, που θεωρούνταν προστάτιδά του.

Η λατρεία μυθικών ηρώων ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, όπου τα όρια ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα δεν ήταν πάντοτε ξεκάθαρα.

Ήρωες όπως ο Ηρακλής, ο Ιάσονας και ο Οδυσσέας αποκτούσαν ιερά και τόπους λατρείας σε διαφορετικές περιοχές της Μεσογείου, καθώς οι ελληνικές πόλεις ίδρυαν αποικίες και ανέπτυσσαν εμπορικές σχέσεις.

Σύμφωνα με τον Κρίστενσεν, οι ήρωες λειτουργούσαν ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ανθρώπους και το θείο, έχοντας έναν ρόλο που θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, εκείνον των χριστιανικών αγίων.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα από την Ιθάκη καλύπτουν μια χρονική περίοδο από τον 9ο αιώνα π.Χ. έως και τους 1ο-2ο αιώνες μ.Χ., γεγονός που δείχνει ότι η λατρεία του Οδυσσέα διατηρήθηκε για περίπου 1.000 χρόνια μετά την υποτιθέμενη επιστροφή του από την Τροία και για περίπου 500 χρόνια μετά τη συγγραφή της Οδύσσειας.

Για τους ερευνητές, η μακρόχρονη αυτή παράδοση εξηγεί και τη διαχρονική επιρροή του ομηρικού ήρωα. Πριν από την εποχή της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου ή του διαδικτύου, οι μύθοι αποτελούσαν το κοινό νήμα που ένωνε διαφορετικές ελληνικές κοινότητες και διαμόρφωνε τη συλλογική τους ταυτότητα. Μέσα σε αυτήν την παράδοση, ο Οδυσσέας εξελίχθηκε όχι μόνο σε έναν από τους σημαντικότερους ήρωες της αρχαιότητας, αλλά και σε πρόσωπο που τιμήθηκε επί αιώνες με τρόπο που ξεπερνούσε τη λογοτεχνία και άγγιζε τη θρησκευτική λατρεία.