Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Κεμάλ: Ο αυταρχικός πατέρας των Τούρκων


Ο Κεμάλ Ατατούρκ, αναδείχτηκε με πραξικοπηματικό τρόπο, ηγέτης μιας Οθωμανικής αυτοκρατορίας που βρισκόταν σε πλήρη διάλυση και που τα κομμάτια της διαμοιράζονταν στους γύρω λαούς και στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ήδη από το 1920 είχε επικρατήσει πλήρως στο εσωτερικό της χώρας και ως το τέλος του 1922 πολεμούσε τις ελληνικές δυνάμεις που το 1919 είχαν αποβιβαστεί στη Σμύρνη.
Μετά τη νίκη του, με την ανακωχή των Μουδανιών ξαναπήρε την Κωνσταντινούπολη που κατείχαν οι Αγγλογάλλοι και την Ανατολική Θράκη. Το 1923, ο Κεμάλ είχε ολοκληρώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις και άρχισε το έργο της μεταρρύθμισης της χώρας.
Η Τουρκία του Κεμάλ ήταν το ένα τρίτο της παλιάς κραταιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το όραμα του ήταν να εξαφανίσει την πολυεθνική ισλαμοκρατούμενη αυτοκρατορία και στη θέση της να φτιάξει ένα δυτικόστροφο αμιγώς εθνικό κοσμικό κράτος. Οι μέθοδοι του βέβαια καμία σχέση δεν είχαν με τη δυτική δημοκρατική κουλτούρα που διαφήμιζε, ήταν καθαρά και απροσχημάτιστα εγκληματικές. Παρά ταύτα, μέσα σε λίγα χρόνια έφτιαξε μια άλλη Τουρκία.
Ανακήρυξε την Τουρκική Δημοκρατία, έδιωξε τον σουλτάνο, περιεβλήθη ο ίδιος με δικτατορικές εξουσίες, συγκρότησε τοπικά στρατοδικεία παντού με εξουσιοδότηση μέχρι θανατικής καταδίκης και άρχισε να αλλάζει τα πάντα κατά πως νόμιζε δίχως να ρωτά κανέναν.
Η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την ιστορική Κωνσταντινούπολη σε μια μικρή πόλη 20.000 κατοίκων στα βάση της Τουρκίας, στην Άγκυρα. Απαγόρευσε κάθε δικαστική, κοινωνική και πνευματική λειτουργία των μουφτήδων, των κατήδων και των χοτζάδων, πέραν των καθαρά θρησκευτικών. Κατάργησε το πανίσχυρο «υπουργείο θρησκευτικών υποθέσεων και ευσεβών ιδρυμάτων», κάνοντας το απλή γραμματεία υπό τον πρωθυπουργό. Κατάργησε τα θρησκευτικά σχολεία, τα θρησκευτικά δικαστήρια κι έκλεισε τα μουσουλμανικά μοναστήρια μαζί με τα μαυσωλεία.
Κατάργησε τα τάγματα όπως αυτό των δερβίσηδων, απαγόρευσε τις θρησκευτικές τελετές έξω από τα τζαμιά όπως τις λιτανείες, απαγόρευσε την πολυγαμία, το τουρμπάνι, την κυκλοφορία στον δρόμο με παραδοσιακές ενδυμασίες, καθώς και το σύμβολο της πίστης του Ισλάμ, το φέσι. Ειδικά για το τελευταίο, επειδή κανένας δεν συμμορφωνόταν παρά την διαταγή, κρέμασε ένα πρωί σε κάθε πόλη τους πρώτους που βγήκαν βόλτα με το φέσι τους και από την επομένη αυτά εξαφανίστηκαν από τα τούρκικα κεφάλια. «Αν κρύωναν», έλεγε, «να φορέσουν δυτικά καπέλα».
Επίσης υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αντικατέστησε το αραβικό με το λατινικό αλφάβητο, έφερε τα μέτρα και τα σταθμά της Ευρώπης και επέβαλε την υιοθέτηση από όλο τον πληθυσμό εκτός από το μικρό όνομα και το επίθετο. Τότε αυτός έλαβε το επίθετο Ατατούρκ, που σημαίνει πατέρας των Τούρκων. Άλλαξε το δίκαιο εφαρμόζοντας το δυτικό νομικό σύστημα, ενώ ισοπέδωσε όλες τις μειονότητες που υπήρχαν ακόμα μέσα στο κράτος. Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κατασφάγηκαν, ενώ οι πολυπληθέστατοι Κούρδοι μπήκαν σε πρόγραμμα βίαιης τουρκοποίησης. Τους διέσωσαν τα βουνά τους και το ακατάβλητο του χαρακτήρα τους.
Ο Κεμάλ συνήθιζε να κάνει μεγάλες δεξιώσεις στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου οι άνδρες έπρεπε να φορούν κουστούμι και οι γυναίκες κοντά δυτικά φορέματα. Οι σκοποί που έπαιζαν οι ορχήστρες ήταν μόνο δυτικοφερμένοι, με κυρίαρχο το -άγνωστο ως τότε στην Τουρκία- βαλς. Στις δεξιώσεις αυτές ο Κεμάλ έπινε μέχρι σκασμού, κάτι που παλιότερα ήταν ανεπίτρεπτο για μουσουλμάνο. Πολλά είχαν ακουστεί άλλωστε και για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, όμως κανένας δεν τολμούσε να πει το παραμικρό.
Ο τύπος δεν ήταν απλώς ελεγχόμενος, ουκ ολίγες φορές κρέμασε ή εκτέλεσε διευθυντές εφημερίδων που τόλμησαν να υπονοήσουν κάτι εναντίον του. Φυσικά, η βάση του Κεμαλικού καθεστώτος ήταν ο στρατός, θεσμός που μόνο μετά το πρόσφατο αποτυχημένο πραξικόπημα αλώθηκε από τον Ερντογάν.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Οι Μανιάτες πειρατές


Ο Γάλλος περιηγητής Andre Georges Guillet αναφέρει στις σημειώσεις του μια εκπληκτική ιστορία πειρατείας από την περιοχή της Μάνης, την περίοδο της τουρκοκρατίας. Είναι προφανές ότι πρόκειται για παραμύθι ή θρύλο που κατέγραψε ο Γάλλος γύρω στο 1669-1670, όμως περιγράφει με αξιοπιστία την κατάσταση και τα ήθη που επικρατούσαν στη Μάνη και ειδικά στον όρμο του Οίτυλου. Η περιοχή ήταν πολύ φτωχή για να θρέψει τους ανθρώπους της, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν ποτέ να την πατήσουν για να επιβάλλουν κάποιον έλεγχο, ενώ φοβερές έριδες ανάμεσα σε οικογένειες οδηγούσαν κάθε τόσο σε λουτρά αίματος. Μόνη διέξοδος ήταν η θάλασσα, σε μια εποχή που το εμπόριο και το πλιάτσικο συγχέονταν επικίνδυνα.
Για πολλούς αιώνες η Μάνη ονομαζόταν «Μεγάλο Αλγέρι». Ικανό μέρος του πληθυσμού της επιδιδόταν στην πειρατεία. Με τα καΐκια τους παραμόνευαν τα εμπορικά πλοία στο πολυσύχναστο πέρασμα του Κάβο Μαλιά και τα ρήμαζαν. Επιδίδονταν επίσης στον εφιάλτη των τότε ναυτικών, στη στεριανή πειρατεία. Με κατάλληλες παρενοχλήσεις, λάθος σινιάλα ή φανάρια, έσπρωχναν τα πλοία να τσακιστούν νύχτα στις απότομες ακτές και στη συνέχεια πηδώντας σαν κατσίκια στα βράχια αιχμαλώτιζαν ή έσφαζαν τους ναυτικούς και έπαιρναν τα φορτία.
Το εμπόριο αιχμαλώτων ήταν εκτεταμένο και πολύ προσοδοφόρο. Αν κούρσευαν τούρκικο καράβι πουλούσαν τους αιχμαλώτους για σκλάβους σε χριστιανούς (Ενετούς, Γενουάτες, Ισπανούς) κι αν κούρσευαν χριστιανικό τους πουλούσαν στους Τούρκους. Επίσης, αν έβρισκαν ευκαιρία έπιαναν τα μέλη των εχθρικών Μανιάτικων οικογενειών και τα πουλούσαν. Η πειρατεία δεν θεωρούνταν παρανομία αλλά λεβεντιά και οι τοπικοί παπάδες όχι μόνο δεν την καταδίκαζαν, αλλά έπαιρναν και το 10% της λείας για την εκκλησία.
Η εκπληκτική ιστορία του Guillet αναφέρεται σε δύο Μανιάτες πειρατές, τον Θεόδωρο και τον Αναπλιώτη. Ήταν φίλοι και συνέταιροι στην πειρατική δράση, αλλά καβγάδισαν για τον συνηθισμένο λόγο που τσακώνονταν οι πειρατές: Για τον διαμοιρασμό των λαφύρων. Τότε ο Θεόδωρος πήρε μερικούς άνδρες, πήγε νύχτα στο σπίτι του Αναπλιώτη και του έκλεψε τη γυναίκα. Την κατέβασε στο Οίτυλο και προσπάθησε να την πουλήσει σε κάποιον Μαλτέζο πειρατή που τυχαία βρισκόταν στο αγκυροβόλιο. Άρχισαν τα παζάρια, αλλά ο Μαλτέζος έδινε πολύ λίγα χρήματα, με τη δικαιολογία ότι λίγο νωρίτερα είχε αγοράσει από έναν άλλον Μανιάτη μια εξίσου όμορφη γυναίκα στη μισή τιμή. Ο Θεόδωρος ζήτησε να τη δει και έκπληκτος αντίκρισε αλυσοδεμένη τη δική του γυναίκα. Ο Αναπλιώτης είχε κάνει ακριβώς το ίδιο μ’ αυτόν και μάλιστα γρηγορότερα.
Και για να δείξει τον αλλόκοτο τρόπο σκέψης των Μανιατών αλλά και το σκληροτράχηλο του χαρακτήρα τους, ο Guillet τελειώνει ως ακολούθως αυτή την περίεργη ιστορία. Ο Θεόδωρος δεν είπε στον Μαλτέζο ότι η αλυσοδεμένη γυναίκα ήταν σύζυγος του, καθώς αποτελούσε μεγάλη ντροπή για έναν Μανιάτη να του κλέψουν τη γυναίκα. Αντιθέτως, πούλησε στον Μαλτέζο και τη γυναίκα του Αναπλιώτη και έφυγε. Μόλις όμως σάλπαρε ο Μαλτέζος, Θεόδωρος και Αναπλιώτης που είχαν πάρει πια το μάθημα τους, τον ακολούθησαν με τα πλοία τους, τον κούρσεψαν και πήρε ο καθένας τη γυναίκα του πίσω. Μετά συνέχισαν να ασκούν την πειρατεία παρέα.
Η Μάνη συνέχισε να είναι περιστασιακό άντρο πειρατών μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Τον καιρό του Όθωνα, η πειρατεία συνέχιζε να αποτελεί συμπληρωματικό εισόδημα για τους κατοίκους της κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι Βαυαροί ήταν σε μόνιμη διαμάχη με τους Μανιάτες. Η προσπάθεια μάλιστα της αντιβασιλείας να γκρεμίσει τους πύργους τους, κατέληξε σε κανονική στάση, σε τρείς εκστρατείες του μισθοφορικού Οθωνικού στρατού στη Μάνη το 1834 και σε αντίστοιχες ταπεινωτικές ήττες του από τους άτακτους Μανιάτες. Η πειρατεία σταμάτησε μόνο όταν ο ατμός και τα σιδερένια πλοία έγιναν άτρωτα από τα μικρά ξύλινα σκαφάκια των Μανιατών.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Ανδρέας Λασκαράτος

Ο καλός μαθητής

Ο καλός μαθητής, και εννοώ επιμελής μαθητής, είναι εκείνος οπού σπουδάζει, όχι διά να ξέρει να πει το μάθημα, αλλά διά να αποχτήσει μάθησην. Μαθηταί δε τοιούτοι δυστυχώς είναι λίγοι.
Ο καλός τούτος μαθητής, αντίθετον του κακού μαθητή, θεωρεί κάθε μάθημα ως μερίδα πνευματικής θροφής, την οποίαν προσπαθεί ν’ αφομοιώσει με την ψυχή του. Δεν τόνε δικάει[1] να το μάθει· αλλ’ αφού το μάθη, το εξετάζει σαν ανατόμος εις όλα του τα μέρη, ποριζόμενος από αυτό την όσο περισσότερην ωφέλειαν.
Οι εορτές δεν είναι δι’ αυτόν αφορμές να διασκεδάζει· αλλά ευκαιρίες να καταγίνεται ελευθέρως και ανεμποδίστως εις τη σπουδή του.
Μένει αμέτοχος εις τον συνεταιρισμόν[2] της κλάσης[3]. Γυρεύει τη δουλειά του, δηλαδή τη σπουδή του· και αδιαφορεί εις τες εορτές, επειδή αυτός τες κάμνει σπουδάσιμες.
Ο τοιούτος επιμελής μαθητής είναι πάντα έτοιμος να δεχθεί εξέτασες. Και όμως εις τες γενικές εξέτασες του σχολαστικού[4] χρόνου αφιερώνεται στη σπουδή, και σπουδάζει ακαταπαύστως διά να ταχτοποιήσει στο πνεύμα του τες γνώσες οπού έλαβε μέσα στο χρόνο· να κάμει με αυτές, εις κάθε κλάδον μαθήσεως, ένα σύνολο ταχτοποιημένο· το οποίον θέλει είναι η ωφέλεια που του επρόκυψε από τους κόπους του της χρονιάς εκείνης, και μέρος της περαιτέρω του μορφώσεως, και της μελλούσης προκοπής του.
Ο μαθητής τούτος, όταν εις ανδρικήν ηλικίαν, θέλει έχει προκοπήν, ικανότητα, ημπόρεσην· και θέλει είναι ποθητός και επιζήτητος εις όλα τα μέρη· ώστε και να μπορεί να ζει, αν του χρειασθή, με την προκοπήν του. Επειδή, «όποιος ξέρει, ’μπορεί».



[1] Δεν τόνε δικάει (επτανησιακό ιδίωμα): δεν του αρκεί, δεν του φτάνει.
[2] συνεταιρισμός: συνεργασία
[3] κλάσης: τάξης.
[4] σχολαστικός: σχολικός.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Ο ΕΝΦΙΑ του Τρικούπη


Στις 18 Απριλίου 1895, έγιναν στη χώρα οι πασίγνωστες εκλογές που άφησαν πίσω τους την σημαδιακή φράση του Χαρίλαου Τρικούπη, «ανθ’ ημών Γουλιμής, καληνύχτα σας». Την εκστόμισε στο σπίτι του το βράδυ των εκλογών, όταν έμαθε πως όχι μόνο το κόμμα του καταποντίστηκε αλλά ότι και ο ίδιος δεν εκλέχτηκε καν βουλευτής στην Αιτωλοακαρνανία όπου ήταν υποψήφιος. Κάποιος Γουλιμής, πρώην δικός του βουλευτής που είχε αποστατήσει στο κόμμα του Δηλιγιάννη του είχε αρπάξει την βουλευτική έδρα.
Ο Τρικούπης ήταν ένας από τους πιο εξαίρετους πολιτικούς που πέρασαν ποτέ από τον τόπο. Άφησε πίσω του τεράστιο θεσμικό, αλλά και εκσυγχρονιστικό έργο. Μεταξύ άλλων, αυτός υποχρέωσε τον βασιλιά Γεώργιο να αποδεχτεί την περίφημη «αρχή της δεδηλωμένης» που ως τότε δεν υπήρχε. Τα έντεκα χρόνια που ήταν πρωθυπουργός άλλαξε τη χώρα με έργα μεγάλης κλίμακας. Αποξέρανε την Κωπαΐδα, πήρε δώδεκα χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής και άφησε σχεδόν χίλια, άνοιξε την διώρυγα της Κορίνθου, έφερε νερό στην Αθήνα που διψούσε και γενικώς έβαλε μπροστά ένα πελώριο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, που βελτίωσε πολύ τις υποδομές της χώρας και πρόσφερε προσωρινή δουλειά σε χιλιάδες εργάτες.
Το πάγιο πρόβλημα με τα μεγάλα έργα είναι ότι κοστίζουν πολύ όταν υλοποιούνται, αλλά αποδίδουν πολύ αργότερα και όχι άμεσα αλλά μέσω της γενικής οικονομικής ανάπτυξης. Για να κάνει όλα τούτα τα πελώρια έργα, ο Τρικούπης αύξησε πολύ τον εξωτερικό δανεισμό της χώρας, γεγονός που τον οδήγησε στις 10 Δεκεμβρίου 1893 να πει το περιβόητο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Από κείνη τη στιγμή και για δυο ολόκληρα χρόνια, στην Αθήνα γινόταν της κακομοίρας. Η πτώχευση έφερε λαϊκή φτώχεια, με αποτέλεσμα χιλιάδες διαδηλωτές να κατεβαίνουν σχεδόν καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας, παροξυνόμενοι από την πιο λαϊκίστικη αντιπολίτευση που είχε ως τότε η Ελλάδα, την αντιπολίτευση του Δηλιγιάννη.
Ο Τρικούπης αύξανε συνεχώς τους φόρους, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Γι’ αυτό και είχε δεκάδες παρατσούκλια, τα περισσότερα από τα οποία ήταν χάρμα λεκτικής εφευρετικότητας. Πρώτο και καλύτερο ήταν το «φορομπήχτης», αλλά και το «πετρέλαιος» από τον φόρο που είχε βάλει στο φωτιστικό πετρέλαιο. Στις 5 Ιανουαρίου του 1895 έγινε μεγάλη διαδήλωση μπροστά στην Παλιά Βουλή με συνθήματα όπως «Κάτω οι φορομπήχται», «Κάτω ο Άγγλος», «Όξω οι ποσοπαίρνηδες», «Θα σας κάψουμε όλους» και άλλα φανατικά παρόμοια που μοιάζουν πολύ με τα συνθήματα της εποχής μας.
Τρεις μέρες αργότερα, στις 8 Ιανουαρίου του 1895 έγινε άλλη μεγαλύτερη διαδήλωση στο Πεδίον του Άρεως, με βασικό σύνθημα «ανάθεμα στον προδότη». Αυτή η διαδήλωση αποδείχτηκε καθοριστική για τον Τρικούπη, αφενός διότι είχε πολύ κόσμο και αφετέρου διότι πήρε μέρος σ’ αυτήν ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος. Η μεγάλη διαδήλωση έγινε διότι ο Τρικούπης είχε την φαεινή ιδέα να βάλει έναν καινούριο φόρο επί των ακινήτων, έναν ΕΝΦΙΑ της εποχής δηλαδή.
Όπως εξηγούσε ο Τρικούπης, η αγορά ακινήτων των οποίων η αξία ανέβαινε συνεχώς, ήταν ο βασικός τρόπος να επενδύουν και να ξεπλένουν τα λεφτά τους οι φοροκλέπτες του κράτους, που ήταν πάμπολλοι τότε όπως ακριβώς και σήμερα. Όμως η πρωτοφανής συμμετοχή στην αντικυβερνητική διαδήλωση του ίδιου του διαδόχου του θρόνου, επισημοποίησε την απόλυτη ρήξη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το παλάτι, εξαναγκάζοντας τον Τρικούπη να υποβάλλει παραίτηση και να πάει στις εκλογές όπου καταποντίστηκε. Ο κόσμος που διαδήλωνε επευφημούσε τον διάδοχο θεωρώντας τον έναν απ’ αυτούς, που υπεράσπιζε το δίκιο των φτωχών ανθρώπων.
Όμως ο Κωνσταντίνος, κατ’ εντολήν του πατέρα του βασιλιά Γεώργιου, πήγε στην διαδήλωση για άλλο λόγο. Η προσωπική περιουσία της βασιλικής οικογένειας στο Τατόι, στην Ηλεία, τα Επτάνησα και αλλού, ήταν πάνω από μισό εκατομμύριο στρέμματα, χώρια τα σπίτια και τα μέγαρα. Όλα τούτα δεν εξαιρούνταν από τον φόρο ακινήτων του Τρικούπη, μόνο που οι γαλαζοαίματοι δεν είχαν καμιά διάθεση να βάλουν το χέρι στην βασιλική τους τσέπης. Την επομένη των εκλογών, ενώ ο ηττημένος Τρικούπης αυτοεξοριζόταν στην Γαλλία, ο Δηλιγιάννης κατάργησε τον φόρο ακινήτων.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Οι 30 αθάνατες φράσεις του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη


1. «Ξέρω τώρα. Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λέφτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο».

2. «Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε».

3. «Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά».

4. «Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα».

5. «Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ’ναι πολύ αργά».

6. «Ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος».

7. «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».

8. «Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ…».

9. «Ολάνθιστος γκρεμός της γυναικός το σώμα».

10. «Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;».

11. «Τα τετραθέμελα του κόσμου τούτου: ψωμί, κρασί, φωτιά, γυναίκα».

12. «Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα».

13. «Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη».

14. «Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;". Πολέμα!».

15. «Νίκησα; Νικήθηκα; Τούτο μόνο ξέρω: Είμαι γεμάτος πληγές και στέκομαι όρθιος».

16. «Αν μπορείς, κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει».

17. «Όσο υπάρχουν παιδιά που πεινούν, Θεός δεν υπάρχει».

18. «Η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο -ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο».

19. «Κάθε Έλληνας που δεν παίρνει, ας είναι και μια φορά στη ζωή του, μια γενναία απόφαση, προδίνει τη ράτσα του».

20. «Η αιωνιότητα είναι ποιότητα, δεν είναι ποσότητα, αυτό είναι το μεγάλο, πολύ απλό μυστικό».

21. «Σα δεν φτάσει ο άνθρωπος στην άκρη του γκρεμού, δεν βγάζει στην πλάτη του φτερούγες να πετάξει».

22. «Θεός δεν είναι; Ό,τι του καπνίσει κάνει. Αν δεν μπορούσε να κάμει αδικίες, τι παντοδύναμος θα ’ταν;».

23. «Ό,τι επιθυμείς να το φωνάζεις δυνατά, αγρίμι να γίνεσαι. Δεν ταιριάζει η μετριότητα με τη λαχτάρα».

24. «Η ζωή όλη είναι μια φασαρία. Μόνο ο θάνατος δεν είναι. Η ζωή είναι όταν λύνεις το ζωνάρι σου και ζητάς φασαρίες».

25. «Φτάσε όπου δεν μπορείς!».

26. «Δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη: Να απαντάς στην κακία με καλοσύνη».

27. «Το μεγαλύτερο ταξίδι μας το κάνουμε με την ψυχή μας».

28. «Αξιοπρέπεια δεν είναι στο να κατέχω τιμές, αλλά στο να τις αξίζω».

29. «Ποιο είναι πάνω από τα λόγια; Η πράξη. Ποιο είναι πάνω από την πράξη; Η σιωπή».

30. «Μπόρα είναι μαθές η ζωή, θα περάσει».

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Ποίηση, πάθη και τραγικό τέλος


Στις 8 Ιανουαρίου του 1944, ένα βαρύ χειμωνιάτικο ξημέρωμα, ένας πυροβολισμός αναστάτωσε τους πρόποδες του λόφου του Στρέφη στην Αθήνα. Ήταν η πιο μαύρη περίοδος της Κατοχής, με τους εκνευρισμένους από την επερχόμενη ήττα Γερμανούς να πυροβολούν με το παραμικρό και τους οπλισμένους αντιστασιακούς να κυκλοφορούν δίχως πολλούς φόβους. Οι γείτονες δίστασαν πολύ πριν σπάσουν την πόρτα και να μπουν στο μεγάλο νεοκλασικό απ’ όπου ακούστηκε ο πυροβολισμός, στη γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου, στα Εξάρχεια.
Το μέγαρο είχε γνωρίσει μεγάλες δόξες παλιότερα, όμως τότε το βρήκαν σχεδόν άδειο, κρύο και θλιβερό, με τον μοναδικό πλέον ιδιοκτήτη και ένοικο του πεσμένο στο πάτωμα μέσα σε μια λίμνη αίματος. Είχε αυτοπυροβοληθεί με ένα στρατιωτικό περίστροφο. Οι γείτονες έκαναν τον σταυρό τους και κούνησαν το κεφάλι τους με ένα μείγμα συμπόνιας και καταφρόνιας. Ο νεκρός που έβλεπαν στο πάτωμα δεν ήταν παρά η θλιβερή σκιά του πάλαι ποτέ μεγάλου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Κι όμως είχε γεννηθεί με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ο πατέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, αξιωματικός καριέρας, έφτασε στο βαθμό του αντιστρατήγου, έγινε βουλευτής και έφθασε υπουργός στρατιωτικών το 1909. Η μάνα του ήταν ανιψιά του Χαριλάου Τρικούπη. Το σπίτι είχε χρήμα, δόξα, μόρφωση, αριστοκρατικές επαφές. Και ο μικρός Ναπολέων, από μικρός έδειξε την κλήση του προς τα γράμματα, τη λογοτεχνία, την ποίηση. Έμαθε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ζωγραφική, πιάνο, σπούδασε στη νομική Αθηνών και σχετικά νέος ακόμη, ήταν ήδη ένας από τους διάσημους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου.
Έγραφε ποιήματα, πεζογραφήματα, δοκίμια, έκανε μεταφράσεις, μετείχε στην έκδοση του πρωτοποριακού λογοτεχνικού περιοδικού Ηγησώ. Επηρεασμένος από τον ρομαντισμό και το πνεύμα του αισθητισμού του Όσκαρ Ουάιλντ, συνεργαζόταν με όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής, ήταν φίλος του Σικελιανού και αλληλογραφούσε με τον Καβάφη. Τον Αλεξανδρινό ποιητή είχε γνωρίσει το 1917, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον πατέρα του την Αίγυπτο για να στρατολογήσει εθελοντές για το κράτος της Θεσσαλονίκης που είχε στήσει ο Βενιζέλος στον Διχασμό. Βιοποριστικό πρόβλημα δεν είχε, λεφτά υπήρχαν στην οικογένεια.
Κι όμως ο χαρακτήρας, τα πάθη και οι ιδιαιτερότητες του όρισαν τελικά την τραγική μοίρα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ήταν δηλωμένος ομοφυλόφιλος σε μια εποχή που δεν σήκωνε τέτοιες σεξουαλικές παρεκτροπές. Στις προσωπικές του σημειώσεις, ο ίδιος ο Λαπαθιώτης είχε γράψει: «Αν ποτέ μου δοθεί η ευκαιρία να γράψω την αυτοβιογραφία μου, εκείνο που πρέπει να τονίσω, πρώτο-πρώτο, είναι το εξής: ότι ποτέ, σε καμία στιγμή της ζωής μου, δεν θεώρησα ελάττωμα την υλικήν αποστροφή μου στη γυναίκα, και την έλξη μου από το ίδιο μου το φύλο. Αλλά απεναντίας, αυτή την ιδιότητά μου, τη θεώρησα πάντα όχι σαν αδυναμία, αλλά σαν μια ωραία και καινούργια δύναμη, μια προηγμένη και ανώτερη τάση, για την οποία ήμουν πάντα περήφανος! Και άλλοι ας νομίζουν ό,τι θέλουν!».
Ήταν επίσης εθισμένος σε ναρκωτικές ουσίες που τελικά τον έριξαν στην δυσεύρετη ηρωίνη. Εθισμός και ομοφυλοφιλία είχαν μετατρέψει όλη του τη ζωή σε μια θεατρική παράσταση αντικοινωνισμού. Ντυνόταν εξεζητημένα, προκαλούσε με τις εμφανίσεις του, με τις πράξεις του και τα γραπτά του, ενώ χωνόταν δίχως προφυλάξεις στα στέκια του υποκόσμου αναζητώντας ναρκωτικά και εραστές. Ψυχολογικά ασταθής, δεμένος άρρωστα με τη φιγούρα της μητέρας του, σε μόνιμη σύγκρουση με τον γέρο στρατηγό πατέρα του, ανήμπορος να συμμαζέψει τα οικονομικά του, άρχισε σταθερά να παρακμάζει ως προσωπικότητα. Στις αναλαμπές του έγραφε υπέροχα λυρικά και καλοδουλεμένα ποιήματα, όμως μετά τον θάνατο των γονιών του πήρε την κάτω βόλτα.

Από το 1930 και μετά, αλλά κυρίως μέσα στις κακουχίες της Κατοχής, εξανέμισε την περιουσία του, πούλησε τα έπιπλα του σπιτιού, το πιάνο, την τεράστια βιβλιοθήκη με τα σπάνια βιβλία, ενώ η ηρωίνη τον ισοπέδωνε μέρα με τη μέρα. Στα 56 του χρόνια, το 1944, παρέδωσε τα όπλα του στρατηγού πατέρα του στον ΕΛΑΣ Εξαρχείων, κράτησε ένα περίστροφο και αυτοπυροβολήθηκε ένα χειμωνιάτικο ξημέρωμα. Ήταν τόσο μπατίρης, που οι φίλοι του τον κήδεψαν κάνοντας έρανο μεταξύ τους. Τον κράτησαν όμως τέσσερις ολόκληρες μέρες στο φέρετρο πριν τον κατεβάσουν στον τάφο, όπως ο ίδιος τους είχε βάλει να ορκιστούν. Ανάμεσα στις χιλιάδες άλλες φοβίες του, είχε και την πεποίθηση ότι θα πάθαινε νεκροφάνεια και θα ξυπνούσε μέσα σε ένα σκοτεινό φέρετρο κάτω από τη γη.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;».
- Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα απύθμενο εσωτερικό κενό… Ο βλαξ το υποψιάζεται, αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το απωθεί. Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα. Αλλά εκείνη επιστρέφει τα βράδια καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί… ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος.
«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ. «Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;».
- Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, χμ, για να σκεφτώ λίγο… Ε… μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ’χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν.
«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο βλάκας;».
- Επειδή είναι ανασφαλής επιλέγει δραστηριότητες που του δίνουν μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Καθώς είναι περιορισμένος στην βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή. Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων. Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της ευγνωμοσύνης… Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, καρπούμενος τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων. Αυτό αποτελεί συνέπεια του μυστικού όπλου του βλάκα.
«Ποια ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον βλάκα;».
- Η αλογόμυγα … Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας.
«Ναι κύριε Κόινερ… Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολλάει στα μούτρα του βλάκα;».
- Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την βλακεία… Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας.
«Και γιατί ο βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την αλογόμυγα;».
- Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές… Μονό ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια αλογόμυγα με κανόνι…
«Και ποια θα ήταν η λύση;».
- Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την αλογόμυγα…
«Και δεν είναι τραγικό για τον βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του αλογόμυγα;».
- Ε όχι και τόσο. Tι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;
«Πως είναι δυνατόν ο βλάξ να μην έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ;».
- Στην ουσία η έλλειψη χιούμορ προστατεύει τον βλάκα. Διότι, αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του χιούμορ, δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να ’ναι και βλάκας.
«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της βλακείας;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ.
- Ας τα πάρουμε ένα ένα, απάντησε ο κ Κόινερ. Πρώτα απ’ όλα ο βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά… Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση… Παράδειγμα, λέει η Βίβλος «Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός» και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο βλάξ) «Είδατε; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει Θεός».
«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ. Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;».
- Αγαπητό μου παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι η ανθρώπινη βλακεία είναι ακατανίκητη, κυριολεκτικά!!