Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Καθαρά Δευτέρα

Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι, επειδή οι χριστιανοί «καθαρίζονταν» σωματικά και πνευματικά. Την Καθαρά Δευτέρα σταματά η κατανάλωση κάθε αρτύσιμου φαγητού και ξεκινά μια νηστεία διάρκειας 40 ημερών, όσες δηλαδή και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η λαγάνα που συνηθίζουμε να καταναλώνουμε τη μέρα αυτή, παραπέμπει στα «άζυμα» της Παλαιάς Διαθήκης. Ταυτόχρονα ξεκινά και η πνευματική κάθαρση, με την παρακολούθηση των λειτουργιών της Μεγάλης Σαρακοστής.
Από παλιά η Καθαρά Δευτέρα, πέρασε στην συνείδηση του λαού, σαν μέρα καθαρμού. Το πέταγμα του αετού είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Κούλουμα ονομάζεται η καθαροδευτεριάτικη έξοδος στην εξοχή και το πέταγμα του αετού. Οι χριστιανοί, παρέες παρέες βγαίνουν στην εξοχή, παίρνοντας μαζί τους νηστίσιμα φαγητά, και το ρίχνουν στη διασκέδαση και τον χορό. Τα κούλουμα από τόπο σε τόπο γιορτάζονται διαφορετικά, με διάφορες εκδηλώσεις. Παντού όμως επικρατεί κέφι, χορός και τραγούδι. Για την ετυμολογία της λέξης κούλουμα υπάρχουν πολλές εκδοχές. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη, πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, η λέξη προέρχεται από το λατινικό "culumus" (κούλουμους) που σημαίνει σωρός, αφθονία αλλά και το τέλος. Εκφράζει δηλαδή το τέλος, τον επίλογο της Αποκριάς. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή προέρχεται από μια άλλη λατινική λέξη, την λέξη «κόλουμνα» δηλαδή «κολώνα». Κι αυτό επειδή το πρώτο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας στην Αθήνα, έγινε στις Στήλες του Ολυμπίου Διός.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Τυρινή εβδομάδα: Ξεκινά σήμερα, αλλά τι είναι;

Kατά την τυρινή εβδομάδα οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε απ’ όλα εκτός από κρέας. Οι Πατέρες διδάσκουν ότι είναι αμαρτία να φας την τυρινή εβδομάδα κρέας, επειδή σου δίδεται η ευκαιρία να φας οτιδήποτε άλλο. Υπενθυμίζοντας με αυτόν τον τρόπο την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φάνε ό,τι θέλουν εκτός από το μήλο.
Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της παρούσας εβδομάδας, ως εισαγωγικής στο πνεύμα και την ουσία της Σαρακοστής, είναι εμφανής και στην τυπική διάταξη των ακολουθιών των καθημερινών. Από το εσπέρας της Κυριακής των Απόκρεω έως και την Παρασκευή της Τυρινής παρατηρείται η χρήση του Τριωδίου σε όλες τις ακολουθίες, με αποκορύφωμα την Τετάρτη και την Παρασκευή, οπότε η αδυναμία τέλεσης Θείας Λειτουργίας μεταβάλλει την τυπική διάταξη σε σχεδόν όμοια με εκείνη των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Την τυρινή εβδομάδα εξαφανίζονται από το σπίτι όλα τα κρεατικά. Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση το Σάββατο της Τυρινής οι γυναίκες φτιάχνουν τα ψυχούδια. Μικρά στρογγυλά ψωμάκια με τη σφραγίδα στη μέση, σαν πρόσφορο. Την ημέρα αυτή μαζεύονται και τα παιδιά στα νεκροταφεία κρατώντας ένα ψυχούδι και λένε:
«Είδαμε δεν είδαμε. Θεός συγχωρεί τα, του περσινούς, τους φετινούς και τους απολησμονημένους».
«Νουνό προς Νουνό, Θεός συγχωρέσει».
«Κυράκα μας προς κυράκα μας Θεός συγχωρέσει».
Η τυρινή εβδομάδα κορυφώνεται την Κυριακή, όπου το πρωί είναι ο καθιερωμένος εκκλησιασμός. Το μεσημέρι το τραπέζι περιλαμβάνει, πρώτα το τυροζούμι (αραιή άλμη για τους Χαβαραίους), βακαλάο, πλακί ή ψητό με σκορδαλιά. Συνοδευόταν από τη ξυπόλυτη γαλατόπιτα. Το βράδυ, ετοίμαζαν μακαρόνια με μπόλικη μυζήθρα και με χοιρινό λίπος που συνοδευόταν από τηγανητό βακαλάο και κρασί. Το γλέντι τέλειωνε με το ψήσιμο των αυγών στη θράκα ή μάλλον στη χόβολη, ένα αυγό για τον καθένα του σπιτιού, αλλά και για κάθε ζωντανό. Μερικά από αυτά ίδρωναν και άλλα έσπαγαν. Σε κάθε τόπο ερμήνευαν αυτό το γεγονός διαφορετικά.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Πώς γιορτάζουν την Τσικνοπέμπτη ανά την Ευρώπη και την Ελλάδα;

Στην Ελλάδα, η μυρωδιά της «τσίκνας», η οποία δεν είναι άλλη από τη γνωστή σε όλου μας μυρωδιά του καμένου ψημένου κρέατος, έχει δώσει το όνομα Τσικνοπέμπτη ή αλλιώς Τσικνοπέφτη.
Η Τσικνοπέμπτη θεωρείται και ως η… επίσημη έναρξη της αποκριάτικης περιόδου. Και αν πιστεύετε ότι την Τσικνοπέμπτη τη γιορτάζουμε μόνο στην Ελλάδα, πλανάσθαι…
Οι Γερμανοί, λοιπόν, γιορτάζουν αντίστοιχα την Weiberfastnacht, το καρναβάλι των γυναικών ή αλλιώς το κόψιμο της γραβάτας. Σύμφωνα με τις επιταγές του εθίμου οι άνδρες, ανεξαρτήτως θέσεως και αξιώματος, που φορούν γραβάτα, πρέπει να «υποταχθούν» στην εξουσία των γυναικών, οι οποίες αναλαμβάνουν να την ψαλιδίσουν.
Οι Γάλλοι, από την άλλη πλευρά, γιορτάζουν την Mardi Gras ή σε απλά ελληνικά την Λιπαρή Τρίτη. Ημέρα κατά την οποία  παραδοσιακά τρώνε κρέπες συνοδεία λιπαρών εξ’ ου και το όνομα,  αποχαιρετώντας και εκείνοι με τον τρόπο αυτό, ότι δεν πρέπει να καταναλώσουν την περίοδο της νηστείας. Παράλληλα, ντύνονται καρναβάλια και διασκεδάζουν.
Στην Ισπανία η αντίστοιχη ημέρα με τη δική μας Τσικνοπέμπτη, είναι η Jueves Lardero, σε ελληνικά Μεγάλη Πέμπτη, ενώ η ίδια παράδοση συνεχίζεται και σε άλλα κράτη με χριστιανικούς πληθυσμούς, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία.
Όσον αφορά τώρα τη δική μας Τσικνοπέμπτη, είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου, της Κρεατινής. Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, αναμένοντας τη νηστεία της Σαρακοστής και σεβόμενοι τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, η Τσικνοπέμπτη τοποθετήθηκε ανάμεσα, ως μια ημέρα εκτόνωσης με «τσίκνισμα» και κραιπάλη.
Η ονομασία προήλθε καθώς αυτή την Πέμπτη, σύμφωνα με την παράδοση, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έλιωναν το λίπος από τα χοιρινά, ενώ παρέες συγκεντρώνονταν στα σπίτια για να ψήσουν κρέας, να το τσικνίσουν δηλαδή. Η διάχυτη μυρωδιά της τσίκνας σε όσα σπίτια είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κρέας, οδήγησε στο να ονομαστεί Τσικνο-Πέμπτη.
Η προέλευση του εθίμου μάλλον ανάγεται στις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και των Ρωμαίων, που επιβίωσαν με παραλλαγές μέχρι και τα χριστιανικά χρόνια. Η πολυφαγία και πολυπιοτία, χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ημέρας, θυμίζουν πρακτικές που σχετίζονται με την ευφορία της γης και που, όταν συνδυάζονται με την χριστιανική παράδοση, σημαίνουν την προετοιμασία για την Μεγάλη Σαρακοστή.
Παλαιότερα, πέρα από το τσίκνισμα, το «εθιμοτυπικό» απαιτούσε μεταμφίεση και πειράγματα. Στα χωριά, οι άνθρωποι γυρνούσαν κατά παρέες από σπίτι σε σπίτι, χτυπώντας τις πόρτες γνωστών και αγνώστων, ζητώντας κέρασμα και κρασί, το οποίο καταναλωνόταν άφθονο και στη διαδρομή, με την απαίτηση οι νοικοκυραίοι να αφήσουν τα σπίτια τους και να ακολουθήσουν την κεφάτη παρέα.
Το έθιμο συμπεριλάμβανε ακόμη και «ζημιές» στον εξωτερικό χώρο των σπιτιών, όπου οι περαστικοί έριχναν τις γλάστρες κάτω για να χυθεί το χώμα στις αυλές, μουτζούρωναν τα πρόσωπά τους και το κέφι συνεχιζόταν μέχρι πρωίας.
Εκτός από την κρεοφαγία τη συγκεκριμένη ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζεται να προσφέρεται ως γλυκό το γαλακτομπούρεκο και η γλυκιά κολοκυθόπιτα, κουγκουλούαρι όπως λέγεται σε μερικά μέρη, αλλά και ο μπακλαβάς στη βόρεια Ελλάδα.
Ωστόσο, όπως είναι φυσικό, στην πορεία του χρόνου, κάθε τόπος ανέπτυξε και τα δικά του ιδιαίτερα έθιμα.
Στη Θήβα, την Τσικνοπέμπτη ξεκινά ο «βλάχικος» γάμος, που περιλαμβάνει το προξενιό, συνεχίζεται με τον γάμο και ολοκληρώνεται με το γλέντι και την «επίδοση» των προικιών της νύφης, την Καθαρά Δευτέρα.
Οι Πατρινοί, στήνουν ψησταριές ακόμη και στα πεζοδρόμια, έξω από τα μαγαζιά τους, και αναβιώνουν το δρώμενο του γάμου «Της Γιαννούλας της Κουλουρούς». Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Αγράμματη καθώς ήταν, πίστευε τους συμπολίτες της που της έταζαν να την παντρέψουν με τον Πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον, Ιούλσο, όπως  λέγεται ότι τον πρόφερε η ίδια! Έτσι στηνόταν μια ολόκληρη φάρσα, ο υποτιθέμενος Ουίλσον, ο γαμπρός, ερχόταν με πλοίο στο λιμάνι, ντυμένος με φράκο και η Γιαννούλα περίμενε τον γαμπρό, ενώ ο κόσμος γύρω διασκέδαζε με την ψυχή του.
Ένα έθιμο που θυμίζει comedia dell’ arte επαναλαμβάνεται την Τσικνοπέμπτη στην Κέρκυρα. Πρόκειται για τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα, τα οποία πραγματοποιούνται σε κεντρικές πλατείες του νησιού ή σε στενά δρομάκια. Εκεί οι νοικοκυρές βγαίνουν στα παράθυρα και στήνουν κουτσομπολιό (πετεγουλιό), όπου βγαίνουν -υποτίθεται- στη φόρα τα άπλυτα της κάθε οικογένειας.
Στην Κομοτηνή, τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν ως πεσκέσια, βρώσιμα είδη. Ο αρραβωνιαστικός στέλνει τον κούρκο, ενώ η αρραβωνιαστικιά στέλνει μια κότα γεμιστή για να φαγωθεί την Κυριακή της Αποκριάς και μπακλαβά.
Στις Σέρρες ανάβουν αυτή τη μέρα φωτιές γύρω από τις οποίες γίνονται τα προξενιά, καθώς ανακατεύονται τα… κάρβουνα.
Στον Πόρο, οι νέοι κλέβουν ένα μακαρόνι, το οποίο πρέπει να τοποθετήσουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποια θα παντρευτούν.
Στην Πελοπόννησο, σφάζονται χοιρινά, από τα οποία μετά παρασκευάζονται παραδοσιακές λιχουδιές, όπως πηχτή, τσιγαρίδες, παστό και γουρναλοιφή.
Και, όπως είναι φυσικό, τα έθιμα της Τσικνοπέμπτης δεν έχουν τέλος! Το σίγουρο είναι ότι οι καταβολές όλων χάνονται στα βάθη του χρόνου.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η φιλαργυρία είναι αρρώστια

Τρεις ιστορίες που αποδεικνύουν ότι η φιλαργυρία είναι αρρώστια:

1. Κάποιος σοφός Άραβας πριν πεθάνει είχε συντάξει τη διαθήκη του κι ανάμεσα στ’ άλλα είχε γράψει: «Έκλεισα όλη μου την περιουσία στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. Όσα περιέχει, τα παραχωρώ στον πιο ευτυχισμένο της γης». Μετά το θάνατό του δέκα χιλιάδες άνθρωποι τρέξανε στον δικαστή να το βεβαιώσουν πως ήταν οι πιο ευτυχισμένοι της γης και πως έχουν δικαίωμα στο θησαυρό. Δεν έλειψαν οι φιλονικίες και οι φωνές. Ο δικαστής για να προλάβει κάτι χειρότερο έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ήταν ο πιο ευτυχισμένος απ’ όλους κι ο θησαυρός του ανήκε. Τρέχει με λαχτάρα, ανοίγει το χρηματοκιβώτιο και τι να δει; Αντί για θησαυρό μερικά χαλίκια τυλιγμένα σ’ ένα σημείωμα που έγραφε: «Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης, δε θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου».

2. Σ’ ένα πλοίο μεταξύ των ταξιδιωτών βρίσκονταν και δύο φιλάργυροι. Το πλοίο ναυάγησε. Ο κόσμος έτρεχε να σωθεί αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά του στις καμπίνες του πλοίου. Οι δύο φιλάργυροι προσπαθούσαν και την τελευταία στιγμή να επωφεληθούν την κατάσταση και να ικανοποιήσουν την αρρώστια τους και αυτή τη στιγμή του ναυαγίου. Έτσι ο μεν ένας έτρεχε στις καμπίνες των επιβατών να κλέψει ότι πολύτιμο έβρισκε, ο δε άλλος κάθισε στην καμπίνα του, πήρε ένα χαρτί και άρχισε να καταγράφει την περιουσία του. Όταν συνειδητοποίησαν την κατάσταση, ήταν πλέον αργά. Βούλιαξαν στον πάτο της θάλασσας μαζί με το πάθος τους.

3. Η τρίτη ιστορία είναι μια τέχνη που χρησιμοποιούν οι Αφρικανοί. Για να πιάσουν ζωντανούς τους πιθήκους κρεμούν στέρεο ένα σακί με ρύζι επάνω σ’ ένα δέντρο. Το ρύζι είναι η πιο αγαπητή τροφή των πιθήκων. Το σακί έχει τόσο άνοιγμα, όσο χωράει για να περάσει το χέρι του ζώου, αλλά όταν γεμίσει την χούφτα του ρύζι είναι αδύνατο να βγει. Προχωρεί το ζώο προς το δέντρο, βάζει το χέρι μέσα στο σακί και παίρνει μια χούφτα από το αγαπημένο του ρύζι. Μόλις αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να το βγάλει, κάνει μορφασμούς, ταράζεται, σπαρταρά, κινείται με βία. Όμως χαμένος κόπος. Ο μαύρος προχωρεί και τον πιάνει τόσο εύκολα. Δεν είχε ο πίθηκος παρά να χαλαρώσει το χέρι του, να πέσει το ρύζι, για να ξαναβρεί την ελευθερία του. Αλλά προτιμά την αιχμαλωσία, προτιμά το θάνατο παρά ν’ αρνηθεί τη λεία του.

Η φιλοσοφία πάνω απ' όλα

Ο Σωκράτης καθόταν σε μία παχιά σκιά, όταν τον πλησίασε ένας γνωστός του, λαχανιασμένος.
- Σωκράτη, του φώναξε, ξέρεις τί έμαθα μόλις, για τη γυναίκα σου;
Ο Σωκράτης τον κοίταξε ήρεμος, και του είπε:
- Πρώτα θα σου κάνω το τεστ του τριπλού φιλτραρίσματος.
- Τι είναι το τεστ του τριπλού φιλτραρίσματος;
- Θα καταλάβεις, του είπε ο σοφός. Το πρώτο τεστ φιλτραρίσματος είναι το εξής: Η αλήθεια. Είσαι 100% σίγουρος πως αυτό που θα μου διηγηθείς είναι αλήθεια;
- Όχι, Σωκράτη μου. Το άκουσα να το λένε στην αγορά. Δεν το είδα με τα μάτια μου!
- Οπότε δεν ξέρεις αν είναι αλήθεια ή όχι. Να περάσουμε στο δεύτερο φιλτράρισμα: Την καλοσύνη. Αυτό που θα μου διηγηθείς είναι κάτι καλό;
- Όχι, του απάντησε ο γνωστός του. Κακό είναι.
- Μάλιστα. Και το τελευταίο φιλτράρισμα: Η χρησιμότητα. Αυτό που θέλεις να μου πεις για τη γυναίκα μου θα με κάνει, ας πούμε, να ζήσω περισσότερο;
- Νομίζω πως όχι...
- Για να καταλήξουμε κάπου: Θέλεις να μου πεις κάτι το οποίο δεν είναι αλήθεια, δεν είναι καλό και δεν μου χρησιμεύει. Και σε ρωτώ: Γιατί να μου το πεις;
Ο γνωστός του έσκυψε το κεφάλι, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε από το μεγάλο φιλόσοφο που όλοι εκτιμούσαν.
Βέβαια, ο Σωκράτης δεν έμαθε ποτέ πως η γυναίκα του τον απατούσε με τον Πλάτωνα.

Το οριζόντιο ύψος

Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. Το κυπαρίσσι που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:
«Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και αν θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν.
Ωστόσο ευελπιστώ ή μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια».
Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και την Ακαλαλούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό της πεδίο όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλαλούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα.
Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ’κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε. Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που -πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.
Μέσα απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλαλούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα. Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
Έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε δυο μέρες αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας. «Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!» ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε καλωσόρισες, γειτόνισσα», άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια ακριβώς λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή, με τη φωνή της, το ίδιο έγινε ακριβώς, άλλες δυο τρεις μέρες αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήταν. Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω·
Τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές που ακολούθησαν πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στην Ακαλαλούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι τη ρούμπα.

Επιμύθιο І: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.
Επιμύθιο ІІ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.
Αργύρης Χιόνης

Το μυρμήγκι

Κάθε μέρα, ένα μικρό μυρμήγκι πήγαινε στη δουλειά του πολύ νωρίς και ξεκίναγε αμέσως να δουλεύει. Ήταν πολύ παραγωγικό και χαρούμενο. Το αφεντικό, το λιοντάρι, παραξενεύτηκε που το μυρμήγκι δούλευε χωρίς εποπτεία, και σκέφτηκε: «Αν το μυρμήγκι είναι τόσο παραγωγικό χωρίς εποπτεία, δεν θα ήταν ακόμη πιο παραγωγικό αν είχε κάποιον να τον επιβλέπει;». Έτσι προσέλαβε μια κατσαρίδα, η οποία είχε μεγάλη πείρα σ’ αυτή τη θέση και μάλιστα έγραφε καταπληκτικές αναφορές. Η πρώτη απόφαση που πήρε η κατσαρίδα ήταν η δημιουργία ενός συστήματος ελέγχου της προσέλευσης των εργαζομένων. Επίσης χρειαζόταν έναν υπάλληλο για να τη βοηθάει στη συγγραφή και δακτυλογράφηση των αναφορών της. Γι’ αυτό προσέλαβε μια αράχνη για να τη βοηθάει με τις αναφορές και για να απαντάει στα τηλεφωνήματα. Το λιοντάρι ήταν πάρα πολύ ευχαριστημένο από τις αναφορές της κατσαρίδας και της ζήτησε να δημιουργήσει γραφήματα που να δείχνουν το ρυθμό και τις τάσεις παραγωγής, ώστε να τα τις χρησιμοποιήσει στις συναντήσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. Έτσι η κατσαρίδα έπρεπε να αγοράσει έναν νέο ηλεκτρονικό υπολογιστή και εκτυπωτή laser και γι’ αυτό προσέλαβε μια μύγα για να διευθύνει το τμήμα της τεχνολογίας. Το μυρμήγκι που ήταν τόσο παραγωγικό και ήρεμο, μισούσε την πληθώρα της γραφειοκρατίας και των συναντήσεων που έτρωγαν τον περισσότερο από το χρόνο του. Το λιοντάρι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να ορίσει κάποιον υπεύθυνο στο τμήμα που εργαζόταν το μυρμήγκι. Η θέση δόθηκε στον τζίτζικα, η πρώτη απόφαση του οποίου ήταν να αγοράσει καινούργια μοκέτα και καινούργια εργονομική πολυθρόνα για το γραφείο του. Ο νέος υπεύθυνος του τμήματος, χρειάζονταν επίσης έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και έναν βοηθό, τον οποίο έφερε από την προηγούμενη θέση του, για να τον βοηθήσει να δημιουργήσει ένα πλάνο εργασίας, στρατηγικού ελέγχου του προϋπολογισμού και βελτιστοποίησης του τμήματος. Το τμήμα στο οποίο δούλευε το μυρμήγκι ήταν τώρα ένα θλιμμένο μέρος, όπου κανένας δεν γελούσε πια και όλοι ήταν αναστατωμένοι. Τότε ο τζίτζικας έπεισε το αφεντικό, το λιοντάρι, ότι ήταν απολύτως απαραίτητο να γίνει μια έρευνα για το εργασιακό περιβάλλον του τμήματος. Κάνοντας μια επισκόπηση των αναφορών σχετικά με το τμήμα στο οποίο δούλευε το μυρμήγκι, το λιοντάρι παρατήρησε ότι η παραγωγικότητα είχε πέσει σε σχέση με παλιότερα. Έτσι προσέλαβε την κουκουβάγια, μια επιφανή και πεφωτισμένη σύμβουλο, για να κάνει λογιστικό έλεγχο και να προτείνει λύσεις. Η κουκουβάγια πέρασε τρεις μήνες στο τμήμα και κατέληξε με μια αναφορά πολλών τόμων που κατέληγε στο εξής: το τμήμα έχει υπερβολικό αριθμό προσωπικού! Μαντέψτε ποιον απέλυσε πρώτο το λιοντάρι. Το μυρμήγκι φυσικά, γιατί «παρουσίαζε έλλειψη κινήτρων και είχε αρνητική συμπεριφορά».