Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Ποια είναι η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας;

«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998)…  πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό -κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)- έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Πέτρος Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.
Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά».
Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.
Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».
Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».
Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».
Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή, η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».
Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.
Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Η ελληνική λέξη με τις 21 διαφορετικές σημασίες


Το εκπληκτικό μάλιστα είναι πως πιθανότητα δεν την έχετε ακούσει πρόσφατα, καθώς βρίσκεται στον κατάλογο με τις ελληνικές λέξεις που αργοπεθαίνουν.
Η ελληνική γλώσσα είναι γνωστό ότι έχει έναν σπάνιο πλούτο που αναγνωρίζει όλος ο κόσμος. Είναι δύσκολη και απαιτητική και έχει ένα σωρό λέξεις που πιθανότατα ο μέσος Έλληνας να μην ακούσει ποτέ στη ζωή του.
Υπάρχει όμως και μια λέξη που μπορεί να ερμηνευθεί όχι με έναν, ούτε με δυο, άλλα ούτε με τρεις τρόπους, αφού στην πραγματικότητα έχει 21 ολόκληρες διαφορετικές σημασίες.
Ποια είναι όμως αυτή η τόση ιδιαίτερη λέξη; Ίσως να μην την έχετε ακούσει μέχρι σήμερα, ήρθε όμως η στιγμή να την μάθετε. Πρόκειται για τη λέξη «γεντέκι», η οποία μετρά 21 σημασίες στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας.
Διαβάστε παρακάτω μια μια τις σημασίες της και θαυμάστε για ακόμα μια φορά το μεγαλείο της γλώσσας μας!
Σημασίες:
1. σκοινί με το οποίο ρυμουλκείται μια βάρκα.
2. την ίδια την πράξη της ρυμούλκησης.
3. άλογο που το οδηγεί πεζός με χαλινάρι.
4. μικρό καζάνι με ζεστό νερό.
5. βρυσάκι στα καφενεία.
6. ο βοηθός κάποιου σε μια εργασία.
7. πρόσθετος εργάτη ενός ελαιοτριβείου.
8. οτιδήποτε χρησιμοποιείται σαν βοηθητικό αντικείμενο για τον άνθρωπο.
9. οτιδήποτε είναι πολύ χρήσιμο για τον άνθρωπο.
10. απόθεμα για ώρα ανάγκης.
11. ασκός για μεταφορά υγρών.
12. ακατέργαστο δέρμα.
13. δοχείο στα καφενεία όπου διατηρούσαν ζεστό το νερό για τους καφέδες (την προ των βραστήρων και μηχανών καφέ εποχή).
14. συμπληρωματικό στρώμα κρεβατιού.
15. κεντρική δοκός της στέγης.
16. χοντρή χρωματιστή λάμπα μανουαλιού.
17. βάση λαμπάδας.
18. τάφρος για διοχέτευση νερού.
19. αμόρφωτος άνθρωπος.
20. παχύς άνθρωπος.
21. ρωμαλέος άνθρωπος.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης


             Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Η ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα

Ρόδος, τέλη δεκαετίας 1930. Ο Κυβερνήτης της Δωδεκανήσου Cesare Maria De Vecchi (στη μέση, δείχνοντας με τη ράβδο), ανάμεσα σε άλλους επίσημους (Φωτογραφία από τα Αρχεία Νομού Δωδεκανήσου).


Τα Δωδεκάνησα ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1948, αφού κατά τη διάρκεια των αιώνων πέρασαν από πάνω από τα πανέμορφα αυτά ελληνικά νησιά δεκάδες κατακτητές. Πέρσες, Ιωαννίτες ιππότες, Τούρκοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Εγγλέζοι. Όλοι τα ήθελαν και για την ομορφιά τους και για την στρατηγική τους θέση στην βάση του Αιγαίου και απέναντι από την Μικρασία. Ομολογουμένως ήταν ένα θαύμα που οι Δωδεκανήσιοι κράτησαν την ελληνικότητα τους, ζώντας ανάμεσα σε τόσες συμπληγάδες κατακτητών. Πρέπει πάντως να πούμε ότι η πιο επικίνδυνη περίοδος για να αφελληνιστούν τα Δωδεκάνησα, δεν ήταν τόσο η μακραίωνη Οθωμανική κατοχή, όσο η μόλις 33 χρόνων ιταλική κατοχή από το 1911 ως το 1943.
Η Ιταλία κατέλαβε τη Ρόδο το 1911 κατά την διάρκεια του τουρκοϊταλικού πολέμου, για να επιτηρεί τις τουρκικές νηοπομπές που έφευγαν για τη Λιβύη όπου οι δυο χώρες μάχονταν. Οι ιταλός ναύαρχος διαβεβαίωσε τον πληθυσμό ότι η χώρα του θα μείνει προσωρινά στο νησιωτικό σύμπλεγμα για τις ανάγκες του πολέμου και μετά θα το παραχωρήσουν στην Ελλάδα. Στην συνέχεια όμως στρογγυλοκάθισαν και άρχισαν μια συστηματική προσπάθεια εξιταλισμού των Ελλήνων που αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων. Μετά το 1922 που ανέβηκε ο Μουσολίνι, η προσπάθεια αφελληνισμού των Δωδεκανησίων πήρε βίαιες και τεράστιες διαστάσεις.
Αρχικά ο Μάριο Λάγγο και στην συνέχεια ο στενός συνεργάτης του Μουσολίνι Ντε Βέτσι, ως διοικητές και απόλυτοι άρχοντες των νησιών, επέβαλαν φρικτά μέτρα αποκόλλησης των Δωδεκανησίων από την ελληνική τους συνείδηση. Έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία, οι μαθητές υποχρεωτικά πήγαιναν σε ιταλικά, απαγορεύτηκε αυστηρά η ομιλία της ελληνικής γλώσσας ιδιωτικώς και δημοσίως με ποινή φυλάκισης, ενώ η ορθόδοξη εκκλησία τέθηκε ουσιαστικά υπό διωγμό κάτω από την καθοδήγηση των καθολικών του Βατικανού.
Άρχισαν να επιβάλλουν συστηματικά τους γάμους Ιταλών με Δωδεκανήσιες, έδιναν κίνητρα στους μεγαλύτερους να μάθουν την ιταλική γλώσσα σε φροντιστήρια, έδιναν υποτροφία σε όποιον νέο ήθελε να σπουδάσει σε Ιταλικά λύκεια ή σε πανεπιστήμια στην χώρα τους. Όποιος δεν μάθαινε ιταλικά δεν μπορούσε να κάνει μεροκάματα στα δημόσια έργα, ούτε να πιάσει δουλειά σε εργοστάσια. Για να πάρει κανείς άδεια να ανοίξει μαγαζί, να γίνει πλανόδιος πωλητής ή να ασκήσει ελεύθερο επάγγελμα (π.χ. γιατρός) έπρεπε να πάρει ιταλική υπηκοότητα, να στέλνει τα παιδιά του στο ιταλικό σχολείο και να γραφτεί στο φασιστικό κόμμα.
Κάθε πρωί και βράδυ που μια κανονιά από το φρούριο ανήγγελλε την έπαρση και την υποστολή της ιταλικής σημαίας, έπρεπε όλος ο πληθυσμός να σταθεί ακίνητος όπου βρισκόταν. Χαιρετούσαν υποχρεωτικά με τον φασιστικό χαιρετισμό του υψωμένου χεριού, απαγορεύτηκαν οι χειροτονίες νέων ιερέων, διορίστηκαν δήμαρχοι και κοινοτάρχες που ντύνονταν με τη φασιστική στολή. Τα νησιά γέμισαν με καθολικές εκκλησίες, κάθε πρωί στα σχολεία γινόταν η έπαρση της ιταλικής σημαίας και τα παιδάκια τραγουδούσαν τον ύμνο του Μουσολίνι, ενώ κάθε Δωδεκανήσιος που συναντούσε Ιταλό στον δρόμο του έπρεπε να χαμηλώνει τα μάτια του. Αν ήταν πάνω σε άλογο ή γαϊδούρι, έπρεπε να αφιππεύσει αμέσως. Οι μισθοί για όσους γίνονταν Ιταλοί πολίτες ήταν δεκαπλάσιοι από τους άλλους.
Αν αναλογιστούμε ότι ο ελληνικός πληθυσμός ήταν ουσιαστικά αναλφάβητος, ήταν άθλος η διατήρηση της ελληνικότητας του μόνο μέσω του προφορικού λόγου και της Ορθόδοξης εκκλησίας μας που αντιστάθηκε όσο μπορούσε. Ευτυχώς ο Μουσολίνι πήγε στον πόλεμο με τον Χίτλερ και όχι με τους αγγλογάλλους όπως στον Α΄ Παγκόσμιο, οπότε μετά την ήττα κατορθώσαμε να ξαναβάλουμε την ελληνική σημαία στα πανέμορφα αυτά νησιά μας. Αν οι Ιταλοί ήταν με του συμμάχους νικητές, δύσκολα θα μιλούσαμε σήμερα για ελληνικά Δωδεκάνησα. Άλλωστε είναι γνωστό ότι το 1940, ο Τσώρτσιλ υποσχέθηκε να τα δώσει στους Τούρκους, αν αυτοί έμπαιναν στον πόλεμο με την πλευρά των συμμάχων.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Κεμάλ: Ο αυταρχικός πατέρας των Τούρκων


Ο Κεμάλ Ατατούρκ, αναδείχτηκε με πραξικοπηματικό τρόπο, ηγέτης μιας Οθωμανικής αυτοκρατορίας που βρισκόταν σε πλήρη διάλυση και που τα κομμάτια της διαμοιράζονταν στους γύρω λαούς και στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ήδη από το 1920 είχε επικρατήσει πλήρως στο εσωτερικό της χώρας και ως το τέλος του 1922 πολεμούσε τις ελληνικές δυνάμεις που το 1919 είχαν αποβιβαστεί στη Σμύρνη.
Μετά τη νίκη του, με την ανακωχή των Μουδανιών ξαναπήρε την Κωνσταντινούπολη που κατείχαν οι Αγγλογάλλοι και την Ανατολική Θράκη. Το 1923, ο Κεμάλ είχε ολοκληρώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις και άρχισε το έργο της μεταρρύθμισης της χώρας.
Η Τουρκία του Κεμάλ ήταν το ένα τρίτο της παλιάς κραταιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το όραμα του ήταν να εξαφανίσει την πολυεθνική ισλαμοκρατούμενη αυτοκρατορία και στη θέση της να φτιάξει ένα δυτικόστροφο αμιγώς εθνικό κοσμικό κράτος. Οι μέθοδοι του βέβαια καμία σχέση δεν είχαν με τη δυτική δημοκρατική κουλτούρα που διαφήμιζε, ήταν καθαρά και απροσχημάτιστα εγκληματικές. Παρά ταύτα, μέσα σε λίγα χρόνια έφτιαξε μια άλλη Τουρκία.
Ανακήρυξε την Τουρκική Δημοκρατία, έδιωξε τον σουλτάνο, περιεβλήθη ο ίδιος με δικτατορικές εξουσίες, συγκρότησε τοπικά στρατοδικεία παντού με εξουσιοδότηση μέχρι θανατικής καταδίκης και άρχισε να αλλάζει τα πάντα κατά πως νόμιζε δίχως να ρωτά κανέναν.
Η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την ιστορική Κωνσταντινούπολη σε μια μικρή πόλη 20.000 κατοίκων στα βάση της Τουρκίας, στην Άγκυρα. Απαγόρευσε κάθε δικαστική, κοινωνική και πνευματική λειτουργία των μουφτήδων, των κατήδων και των χοτζάδων, πέραν των καθαρά θρησκευτικών. Κατάργησε το πανίσχυρο «υπουργείο θρησκευτικών υποθέσεων και ευσεβών ιδρυμάτων», κάνοντας το απλή γραμματεία υπό τον πρωθυπουργό. Κατάργησε τα θρησκευτικά σχολεία, τα θρησκευτικά δικαστήρια κι έκλεισε τα μουσουλμανικά μοναστήρια μαζί με τα μαυσωλεία.
Κατάργησε τα τάγματα όπως αυτό των δερβίσηδων, απαγόρευσε τις θρησκευτικές τελετές έξω από τα τζαμιά όπως τις λιτανείες, απαγόρευσε την πολυγαμία, το τουρμπάνι, την κυκλοφορία στον δρόμο με παραδοσιακές ενδυμασίες, καθώς και το σύμβολο της πίστης του Ισλάμ, το φέσι. Ειδικά για το τελευταίο, επειδή κανένας δεν συμμορφωνόταν παρά την διαταγή, κρέμασε ένα πρωί σε κάθε πόλη τους πρώτους που βγήκαν βόλτα με το φέσι τους και από την επομένη αυτά εξαφανίστηκαν από τα τούρκικα κεφάλια. «Αν κρύωναν», έλεγε, «να φορέσουν δυτικά καπέλα».
Επίσης υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αντικατέστησε το αραβικό με το λατινικό αλφάβητο, έφερε τα μέτρα και τα σταθμά της Ευρώπης και επέβαλε την υιοθέτηση από όλο τον πληθυσμό εκτός από το μικρό όνομα και το επίθετο. Τότε αυτός έλαβε το επίθετο Ατατούρκ, που σημαίνει πατέρας των Τούρκων. Άλλαξε το δίκαιο εφαρμόζοντας το δυτικό νομικό σύστημα, ενώ ισοπέδωσε όλες τις μειονότητες που υπήρχαν ακόμα μέσα στο κράτος. Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κατασφάγηκαν, ενώ οι πολυπληθέστατοι Κούρδοι μπήκαν σε πρόγραμμα βίαιης τουρκοποίησης. Τους διέσωσαν τα βουνά τους και το ακατάβλητο του χαρακτήρα τους.
Ο Κεμάλ συνήθιζε να κάνει μεγάλες δεξιώσεις στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου οι άνδρες έπρεπε να φορούν κουστούμι και οι γυναίκες κοντά δυτικά φορέματα. Οι σκοποί που έπαιζαν οι ορχήστρες ήταν μόνο δυτικοφερμένοι, με κυρίαρχο το -άγνωστο ως τότε στην Τουρκία- βαλς. Στις δεξιώσεις αυτές ο Κεμάλ έπινε μέχρι σκασμού, κάτι που παλιότερα ήταν ανεπίτρεπτο για μουσουλμάνο. Πολλά είχαν ακουστεί άλλωστε και για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, όμως κανένας δεν τολμούσε να πει το παραμικρό.
Ο τύπος δεν ήταν απλώς ελεγχόμενος, ουκ ολίγες φορές κρέμασε ή εκτέλεσε διευθυντές εφημερίδων που τόλμησαν να υπονοήσουν κάτι εναντίον του. Φυσικά, η βάση του Κεμαλικού καθεστώτος ήταν ο στρατός, θεσμός που μόνο μετά το πρόσφατο αποτυχημένο πραξικόπημα αλώθηκε από τον Ερντογάν.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Οι Μανιάτες πειρατές


Ο Γάλλος περιηγητής Andre Georges Guillet αναφέρει στις σημειώσεις του μια εκπληκτική ιστορία πειρατείας από την περιοχή της Μάνης, την περίοδο της τουρκοκρατίας. Είναι προφανές ότι πρόκειται για παραμύθι ή θρύλο που κατέγραψε ο Γάλλος γύρω στο 1669-1670, όμως περιγράφει με αξιοπιστία την κατάσταση και τα ήθη που επικρατούσαν στη Μάνη και ειδικά στον όρμο του Οίτυλου. Η περιοχή ήταν πολύ φτωχή για να θρέψει τους ανθρώπους της, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν ποτέ να την πατήσουν για να επιβάλλουν κάποιον έλεγχο, ενώ φοβερές έριδες ανάμεσα σε οικογένειες οδηγούσαν κάθε τόσο σε λουτρά αίματος. Μόνη διέξοδος ήταν η θάλασσα, σε μια εποχή που το εμπόριο και το πλιάτσικο συγχέονταν επικίνδυνα.
Για πολλούς αιώνες η Μάνη ονομαζόταν «Μεγάλο Αλγέρι». Ικανό μέρος του πληθυσμού της επιδιδόταν στην πειρατεία. Με τα καΐκια τους παραμόνευαν τα εμπορικά πλοία στο πολυσύχναστο πέρασμα του Κάβο Μαλιά και τα ρήμαζαν. Επιδίδονταν επίσης στον εφιάλτη των τότε ναυτικών, στη στεριανή πειρατεία. Με κατάλληλες παρενοχλήσεις, λάθος σινιάλα ή φανάρια, έσπρωχναν τα πλοία να τσακιστούν νύχτα στις απότομες ακτές και στη συνέχεια πηδώντας σαν κατσίκια στα βράχια αιχμαλώτιζαν ή έσφαζαν τους ναυτικούς και έπαιρναν τα φορτία.
Το εμπόριο αιχμαλώτων ήταν εκτεταμένο και πολύ προσοδοφόρο. Αν κούρσευαν τούρκικο καράβι πουλούσαν τους αιχμαλώτους για σκλάβους σε χριστιανούς (Ενετούς, Γενουάτες, Ισπανούς) κι αν κούρσευαν χριστιανικό τους πουλούσαν στους Τούρκους. Επίσης, αν έβρισκαν ευκαιρία έπιαναν τα μέλη των εχθρικών Μανιάτικων οικογενειών και τα πουλούσαν. Η πειρατεία δεν θεωρούνταν παρανομία αλλά λεβεντιά και οι τοπικοί παπάδες όχι μόνο δεν την καταδίκαζαν, αλλά έπαιρναν και το 10% της λείας για την εκκλησία.
Η εκπληκτική ιστορία του Guillet αναφέρεται σε δύο Μανιάτες πειρατές, τον Θεόδωρο και τον Αναπλιώτη. Ήταν φίλοι και συνέταιροι στην πειρατική δράση, αλλά καβγάδισαν για τον συνηθισμένο λόγο που τσακώνονταν οι πειρατές: Για τον διαμοιρασμό των λαφύρων. Τότε ο Θεόδωρος πήρε μερικούς άνδρες, πήγε νύχτα στο σπίτι του Αναπλιώτη και του έκλεψε τη γυναίκα. Την κατέβασε στο Οίτυλο και προσπάθησε να την πουλήσει σε κάποιον Μαλτέζο πειρατή που τυχαία βρισκόταν στο αγκυροβόλιο. Άρχισαν τα παζάρια, αλλά ο Μαλτέζος έδινε πολύ λίγα χρήματα, με τη δικαιολογία ότι λίγο νωρίτερα είχε αγοράσει από έναν άλλον Μανιάτη μια εξίσου όμορφη γυναίκα στη μισή τιμή. Ο Θεόδωρος ζήτησε να τη δει και έκπληκτος αντίκρισε αλυσοδεμένη τη δική του γυναίκα. Ο Αναπλιώτης είχε κάνει ακριβώς το ίδιο μ’ αυτόν και μάλιστα γρηγορότερα.
Και για να δείξει τον αλλόκοτο τρόπο σκέψης των Μανιατών αλλά και το σκληροτράχηλο του χαρακτήρα τους, ο Guillet τελειώνει ως ακολούθως αυτή την περίεργη ιστορία. Ο Θεόδωρος δεν είπε στον Μαλτέζο ότι η αλυσοδεμένη γυναίκα ήταν σύζυγος του, καθώς αποτελούσε μεγάλη ντροπή για έναν Μανιάτη να του κλέψουν τη γυναίκα. Αντιθέτως, πούλησε στον Μαλτέζο και τη γυναίκα του Αναπλιώτη και έφυγε. Μόλις όμως σάλπαρε ο Μαλτέζος, Θεόδωρος και Αναπλιώτης που είχαν πάρει πια το μάθημα τους, τον ακολούθησαν με τα πλοία τους, τον κούρσεψαν και πήρε ο καθένας τη γυναίκα του πίσω. Μετά συνέχισαν να ασκούν την πειρατεία παρέα.
Η Μάνη συνέχισε να είναι περιστασιακό άντρο πειρατών μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Τον καιρό του Όθωνα, η πειρατεία συνέχιζε να αποτελεί συμπληρωματικό εισόδημα για τους κατοίκους της κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι Βαυαροί ήταν σε μόνιμη διαμάχη με τους Μανιάτες. Η προσπάθεια μάλιστα της αντιβασιλείας να γκρεμίσει τους πύργους τους, κατέληξε σε κανονική στάση, σε τρείς εκστρατείες του μισθοφορικού Οθωνικού στρατού στη Μάνη το 1834 και σε αντίστοιχες ταπεινωτικές ήττες του από τους άτακτους Μανιάτες. Η πειρατεία σταμάτησε μόνο όταν ο ατμός και τα σιδερένια πλοία έγιναν άτρωτα από τα μικρά ξύλινα σκαφάκια των Μανιατών.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Ανδρέας Λασκαράτος

Ο καλός μαθητής

Ο καλός μαθητής, και εννοώ επιμελής μαθητής, είναι εκείνος οπού σπουδάζει, όχι διά να ξέρει να πει το μάθημα, αλλά διά να αποχτήσει μάθησην. Μαθηταί δε τοιούτοι δυστυχώς είναι λίγοι.
Ο καλός τούτος μαθητής, αντίθετον του κακού μαθητή, θεωρεί κάθε μάθημα ως μερίδα πνευματικής θροφής, την οποίαν προσπαθεί ν’ αφομοιώσει με την ψυχή του. Δεν τόνε δικάει[1] να το μάθει· αλλ’ αφού το μάθη, το εξετάζει σαν ανατόμος εις όλα του τα μέρη, ποριζόμενος από αυτό την όσο περισσότερην ωφέλειαν.
Οι εορτές δεν είναι δι’ αυτόν αφορμές να διασκεδάζει· αλλά ευκαιρίες να καταγίνεται ελευθέρως και ανεμποδίστως εις τη σπουδή του.
Μένει αμέτοχος εις τον συνεταιρισμόν[2] της κλάσης[3]. Γυρεύει τη δουλειά του, δηλαδή τη σπουδή του· και αδιαφορεί εις τες εορτές, επειδή αυτός τες κάμνει σπουδάσιμες.
Ο τοιούτος επιμελής μαθητής είναι πάντα έτοιμος να δεχθεί εξέτασες. Και όμως εις τες γενικές εξέτασες του σχολαστικού[4] χρόνου αφιερώνεται στη σπουδή, και σπουδάζει ακαταπαύστως διά να ταχτοποιήσει στο πνεύμα του τες γνώσες οπού έλαβε μέσα στο χρόνο· να κάμει με αυτές, εις κάθε κλάδον μαθήσεως, ένα σύνολο ταχτοποιημένο· το οποίον θέλει είναι η ωφέλεια που του επρόκυψε από τους κόπους του της χρονιάς εκείνης, και μέρος της περαιτέρω του μορφώσεως, και της μελλούσης προκοπής του.
Ο μαθητής τούτος, όταν εις ανδρικήν ηλικίαν, θέλει έχει προκοπήν, ικανότητα, ημπόρεσην· και θέλει είναι ποθητός και επιζήτητος εις όλα τα μέρη· ώστε και να μπορεί να ζει, αν του χρειασθή, με την προκοπήν του. Επειδή, «όποιος ξέρει, ’μπορεί».



[1] Δεν τόνε δικάει (επτανησιακό ιδίωμα): δεν του αρκεί, δεν του φτάνει.
[2] συνεταιρισμός: συνεργασία
[3] κλάσης: τάξης.
[4] σχολαστικός: σχολικός.